Φραπεδοστιγματισμένος
Το αποφάσισα. Δεν θα ξαναβγαίνω τόσο συχνά. Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα μου συμβαίνουν μέσα στο σπίτι.
Ξύπνησα και πήγα να φτιάξω καφέ. Φραπέ.
Αντί για σέικερ, το οποίο αποφεύγω γιατί μου υπενθυμίζει τον αυνανισμό τον οποίο δεν σας λεω αν τον έχω κόψει ή όχι, χρησιμοποιώ ένα μπλέντερ. Μικρό σε μέγεθος, από αυτά που έχουν δυο λεπίδες, τα κρατάς και τα ανεβοκατεβάζεις μέσα σε ένα δοχείο.
Έβαλα τον καφέ, τη ζάχαρη, το νερό και πάτησα το κουμπί. Άρχισα να ανακατεύω το μίγμα βαριεστημένα, σχεδόν τσιμπλοειδώς. Έγινε αυτό που φοβόμουν. Στιγματίστηκα από φραπεδοπιτσιλιές.
Έβρισα κάτι θεούς για τους οποίους έχω καταλήξει ότι δεν υπάρχουν στα σίγουρα (τους άλλους δεν τους βρίζω γιατί κρατάω μια πισινή) και έκοψα λίγο χαρτί κουζίνας (το «χαρτί κουζίνας» είναι και τραπουλόχαρτο αν δεν το γνωρίζετε και είναι το χαρτί εκείνο που σου έρχεται, τα χάνεις όλα και πιάνεις δεύτερη δουλειά ως λαντζιέρης).
Εδώ αρχίζουν τα μεταφυσικά-παραφυσικά. Ο καφές δεν έβγαινε με τίποτα. Ούτε από το t-shirt μου (κολλητό για να φαίνεται η έλλειψη μπάκας αλλά με αντιστάθμισμα την εμφανή έλλειψη πολυγυμνασμένων δικεφάλων) ούτε από το δέρμα μου (καυκάσιος). Έτριψα. Ξαναέτριψα. Έβαλα υγρό πιάτων. Σαπούνι παπουτσάνη. Σαπούνι μασσαλίας. Τopexan. Εις μάτην.
Πανικόβλητος, ωσάν άνακτας που αντικρίζει μια ξανθιά να προσπαθεί να φτιάξει ομελέτα από αυγό φαμπερζέ, έτρεξα στο μπάνιο. Ζεματιστό νερό –λυπήθηκα τους αστακούς- και τρίψιμο με το βουρτσάκι για τις σκασμένες φτέρνες. Τίποτα πάλι.
Σκέφτηκα όπως σκέφτομαι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις: Το πήρα απόφαση. Θα ήμουν, για πάντα, φραπεδοστιγματισμένος. Εντάξει, σιγά, ούτως ή άλλως η γοητεία μου δεν ήταν ποτέ το hot body μου, σκέφτηκα. Θα ζούσα κι’ έτσι.
Κατέβηκα στο δρόμο. Ε, σας διαβεβαιώ ότι δεν με κοίταζαν με αποστροφή, ούτε με απορία. Μάλλον για θαυμασμός μου φάνηκε. Στη δουλειά, το ίδιο. Ούτε ένας δεν με ρώτησε τι έπαθα, πώς είσαι έτσι ρε παπάρα, άπλυτε και τέτοια. Το αντίθετο. Όλοι με αντιμετώπιζαν με μεγαλύτερο σεβασμό από πριν (αν πότε είναι αυτό δυνατόν). Διέκρινα μάλιστα και ίχνη δουλοπρέπειας.
Την επομένη είδα μια συνάδελφο- bimbo- να έχει κι’ αυτή φραπεδοστίγματα. Με κοίταξε με νόημα, σαν να καταλάβαινε, εμείς ξέρουμε, οι πρωτοπόροι κι’ έτσι, είσαι ο αρχηγός μας.
Την μεθεπόμενη μέρα, είδα στη στάση του λεωφορείου άλλους τρεις.
Πολλούς στόχους είχα βάλει στη ζωή μου. Το να γίνω trend setter δεν συμπεριλαμβανόταν σ’ αυτούς.
Έκλεισα και συμβόλαιο με τη Nεστλέ, μόνο που δυσκολεύομαι να φάω με πλαστικά καλαμάκια.
O οδοκαθαριστής
Καθαρίζοντας με επιμέλεια το πεζοδρόμια, πεσμένος στα τέσσερα με ένα πινέλο που πιο πολύ σε ζωγραφική ταίριαζε, ο οδοκαθαριστής σιγοτραγουδούσε. Μια όμορφη, καλοντυμένη, γυναίκα πέρασε από δίπλα του και κοντοστάθηκε. «Α, μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι», είπε. «Και έχω πολύ καιρό να το ακούσω».
Έκατσε λοιπόν στο πεζοδρόμιο, άφησε δίπλα την πανάκριβη τσάντα της, έβγαλε τις γόβες της, έκλεισε τα μάτια και τον άκουγε, σχεδόν ευτυχισμένη.
Ο οδοκαθαριστής χαμογέλασε λίγο και συνέχισε τη δουλειά του και το τραγούδι του.
Το τραγούδι αυτό ήταν δικής του συνθέσεως.
Θεία βυζιά
«Το βλέπεις το πουτανάκι ρε; Καριολίτσες όλα τους, καριολίτσες». Ατάκα του Αλέξη, χιλιοειπωμένη. Συνοδευόμενη, ως συνήθως, με ένα απαξιωτικό ύφος και το τικ του. Το τικ του Αλέξη είναι (περισσότερα…)
Πόλη

Αυτή η πόλη. Αυτή η πόλη είναι άσπρη, είναι μαύρη. Αυτή η πόλη είναι σύννεφα στον ουρανό, είναι τσιγάρο μόνο του σε τασάκι. Είναι λυγμός, είναι ντροπή, είναι η πρώτη σελίδα λευκώματος, είναι μυρωδιά νοτισμένου χώματος.
Αυτή η πόλη είναι ήλιος, είναι έρωτας, είναι κραυγμός.
Είναι χαμόγελο πατέρα σε μαιευτήριο, είναι τα γκλομπ σε κρατητήριο. Είναι καφές, είναι τραπεζομάντιλο καρό, είναι κρασί από σατό.
Αυτή η πόλη φοράει κουκούλα και τα σπάει. Και μετά τη βγάζει και συγκολλεί.
Αυτή η πόλη είναι α πόλη α.
Διακοπές στο Γορτύκι
Οι στάσεις του σεξ είναι πολλές. Οι στάσεις ως προς το σεξ είναι τρεις: Τον δίνεις, τον παίρνεις, τον δίνεις και τον παίρνεις.
Με βάση το παραπάνω, ο Γουίλιαμ ανήκε- αυστηρά- στην πρώτη κατηγορία, την οποία μάλιστα τιμούσε δεόντως, καθώς οι ερωτικές του επιτυχίες ήταν πιο συχνές και από μια ηλιόλουστη μέρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τη γενέτειρα του.
Γόνος παρηκμασμένης αριστοκρατικής οικογένειας, ο Γουίλιαμ κατάφερνε να επιβιώνει νεποτιζόμενος από την αγγλική ψευτοαριστοκρατεία. Η τελευταία του θέση, η οποία του παραχωρήθηκε ευγενικότατα το 2005, ήταν αυτή του προϊστάμενου του τμήματος επιχειρηματικών δανείων σε ένα από τα υποκαταστήματα της Barclay’s στο Λονδίνο.
Η επιτυχία του Γουίλιαμ με τις γυναίκες δεν ήταν τόσο
απόρροια της εξωτερικής του εμφάνισης, όσο της έλλειψης αυτής. Δηλαδή, έριχνε τις γκόμενες μένοντας αόρατος, μη δίνοντας την παραμικρή σημασία ακόμα και σ’ αυτές που όπως θα έλεγε ο κολλητός του, Γιώργος, «είναι πιο ζουμερές και από πρασολουκάνικο Καρδίτσης, dude!».
Αυτές, ελλείψει προσοχής και σημασίας, κολλούσαν πάνω του, προσπαθούσαν να εξηγήσουν το ανεξήγητο αυτό φαινόμενο, στην αρχή απορούσαν, μετά θύμωναν, μετά καταθλίβονταν και στο τέλος καψουρευόντουσαν με ανοιχτά τα πόδια. Το μόνο που είχε να κάνει μετά ο Γουίλιαμ ήταν να αδράξει τους καρπούς της απάθειάς του, μια και δυο και τρεις φορές με το ίδιο αιδοιοφόρο δίποδο, μέχρι να βαρεθεί και να αρχίσει να μη δίνει σημασία σε κάποια άλλη. Με πολλές ταυτόχρονα δεν πήγαινε- το έβρισκε χρονοβόρο και περιττό.
«Αν απολαμβάνεις μια πολύ ωραία κρεμ μπρυλέ, γιατί να την τρως από δυο διαφορετικά πιάτα;», έλεγε.
Ο Γιώργος πάλι -αιώνιος φοιτητής στην Ιγκλατέρα- ήταν πιο γυναικάς μεν, με ελάχιστες γυναίκες στο ενεργητικό του δε. Αυτός την έπεφτε δημωδώς: «τι μωρό είσαι εσύ», «τι βυζάρες είναι αυτές», «σε γουστάρω πολύ μανάρι μου» και άλλες τέτοιες ατάκες πετάγονταν από το οπλοστάσιό του, κάθε φορά που έπαιρνε με τη σειρά τα κλαμπ του West End.
Καμιά φορά κατάφερνε να στριμώξει καμιά ξασπρισμένη αγγλιδούλα τύφλα στο μεθύσι, αλλά γυναίκα της προκοπής δεν του έκανε την τιμή να του κάτσει.
Και όπως ταιριάζουνε συνήθως και γίνονται φίλες μια όμορφη γυναίκα με μια σωβρακοφανέλα, έτσι και ο αρχοντοθρεμμένος Γουίλιαμ είχε ταιριάξει με τον Γιώργο από το Γορτύκι.
Το καλοκαίρι του 2007, ο Γιώργος είχε τη φαεινή ιδέα να καλέσει επιτέλους στο σπίτι του τον Γουίλιαμ, στο πατρικό του, στο Γορτύκι. Το Γορτύκι δεν βρέχεται από θάλασσα, αλλά οι παραλίες είναι αρκετά κοντά, μια ωρίτσα με το τρακτέρ, μισή με το αυτοκίνητο.
Ο Γουίλιαμ είχε κάποιους ενδοιασμούς, φοβόταν ότι θα του κακοφαινόταν η διαμονή στην ελληνική επαρχία, είχε δει και κάνα δυο φωτογραφίες του χωριατόσπιτου των γονιών του Γιώργου, αλλά, χάρην της φιλίας τους, είχε και κάτι αφραγκίες τώρα τελευταία και ήθελε να τη βγάλει οικονομικά, δέχτηκε.
«Θα περάσουμε τόσο καλά που θα βγάλει ο κώλος σου γαρύφαλλα», αναφώνησε ο Γιώργος, με το που δέχτηκε ο Γουίλιαμ την πρόσκληση. «Carnations are fine, roses are not the kind of flowers my ass would appreciate», χιουμόρισε- κατά λέξη- ο Γουίλιαμ.
Έφτασαν Αθήνα Σάββατο πρωί, το ίδιο βράδυ ήταν στο Γορτύκι. Το σπίτι ήταν λίγο έξω από το χωριό, κρεμασμένο από μια καταπράσινη πλαγιά. Η μάνα του Γιώργου τους υποδέχτηκε πασίχαρη, σκουπίζοντας τα δάκρυά της στη ρόμπα της, εμπριμέ με σύμβολα που παρέπεμπαν σε μασονική στοά.
«Αχ παιδάκι μου, αχ! Μαύρισαν τα ματάκια μου να σε περιμένω», μοιρολογούσε.
«Πάψε ρε μάνα, πώς κάνεις έτσι; Aντί να χαίρεσαι, κλαις;»
«Λύπη και χαρά τα μπερδεύω γιόκα μου. Τα μπερδεύω απ’ τη χαρά μου!», έκανε η κυρία Βερενίκη και χάιδευε πότε την ημίμακρη κόμη του Γιώργου και πότε την κόκκινη, τόσο κόκκινη που θα ορκιζόσουν ότι έχει και φακίδες, κόμη του Γουίλιαμ. «Καλώς ορίσατε παιδιά μου!».
Ο πατέρας του Γιώργου, ο κύριος Κώστας, μουντρούχικη φύση από γεννησημιού του, εκδήλωσε τη χαρά του με ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που του έριξε σβερκάδα. Χωρίς να πει τίποτα, παρά μόνο «Θα σας φτιάξω εγώ καφέ παληκάρια, τον κάνω καλύτερα από τη μάνα σου. Μερακλίδικο. Πώς τον πίνει ο φίλος σου;», ρώτησε τον Γιώργο, κοιτάζοντας και τους δυο.
«Γλυκό φτιάχτου κι’ αυτουνού πατέρα», είπε ο Γιώργος και ακούστηκε σαν «πώς είσαι πατέρα, μου έλειψες».
Έκαναν ένα μπάνιο, ταχτοποιήθηκαν ο καθένας στο δικό του κρεβάτι στο ίδιο δωμάτιο, στενάχωρο αλλά φωτεινό και με υπέροχη θέα στο δάσος της και απέλαυσαν
τους γλυκούς τους καφέδες στη μικρή βεραντούλα.
Από τη χαρά της η κυρία Βερενίκη έπιασε να σκουπίζει με μανία την πεντακάθαρη αυλή- πάντα όταν η κυρία Βερενίκη χαιρόταν πολύ, έπιανε και σκούπιζε και σιγοτραγούδαγε. Τα σκυλιά κουνάνε την ουρά τους, η κυρία Βερενίκη σκουπίζει.
«Τι μπαμπαλίζεις εκεί πέρα μαρή γυναίκα; Ετοιμάζεσαι για την τηλεόραση;», την πείραζε ο κύριος Κώστας κάθε φορά που την έβλεπε να αοιδεί.
«Πώς πάνε οι σπουδές;», ρώτησε ο κύριος Κώστας ρουφώντας το καϊμάκι.
«Ε, καλά. Καλά», ψέματα ο Γιώργος ρουφώντας το καϊμάκι.
Ο Γουίλιαμ αρεσκόταν στο να θαυμάζει το τοπίο και να φαντάζεται πολυοργασμιαίες συνευρέσεις πίσω, πάνω και κάτω από τα πλατάνια. Παντού πράσινο και στη μέση δυο ροζ, αυτός και μια όμορφη λεει ελληνίδα χωριατοπούλα, που θα ήταν παρθένα και θα την κυνηγούσε λίγο στην αρχή και θα τη φλέρταρε για κανα- δυο βράδια- το αντίθετο δηλαδή από αυτό που συνήθιζε να κάνει στην Αγγλία, όπου, όπως είπαμε, δεν κυνηγούσε καθόλου.
Το απόγευμα πέρασε μα ουσιαστικές μέσα στην ανουσιότητά τους συζητήσεις, με τον Γουίλιαμ να ρεμβάζει ονειροπολώντας, την κυρία Βερενίκη να έχει κάνει λαμπίκο τα πάντα. Όλα καλά και ταχτοποιημένα. Μέχρι που την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησαν και είδαν τους καπνούς και τις φωτιές, πρώτα κανά- δυο χιλιόμετρα μακριά τους και μετά ακόμα πιο κοντά, στην τηλεόραση.
«Έρχεται προς τα δω λένε», είπε ο κύριος Κώστας που μόλις γύρισε από το καφενείο.
«Σώπα ρε πατέρα, δεν θα την αφήσουν να φτάσει εδώ», τον καθησύχασε ο Γιώργος. Η κυρία Βερενίκη δεν μίλησε, ο Γουίλιαμ έδειξε να καταλαβαίνει μια χαρά το τι συνέβαινε.
«What the fuck, man. What the fuck», είπε μόνο στον Γιώργο, απορημένος περισσότερο παρά τρομαγμένος.
Πράγματι, το ίδιο βράδυ ήρθε. Ανεμπόδιστη σχεδόν, τι να σου κάνουν δυο πυροσβεστικά και κανά δυο κατουρήγματα των Canadair. Το πατρικό του Γιώργου κάηκε ολοσχερώς. Δεν πήραν και πολλά μαζί τους, δυο- τρεις βαλίτσες μονάχα με ό,τι πρόλαβαν και μπόρεσαν να χωρέσουν.
«What the fuck, man. What the fuck», μουρμούριζε συνέχεια ο Γουίλιαμ.
Ο Γιώργος είδε τη σκούπα, την αχυρένια σκούπα της μάνας του να προεξέχει από τη μια βαλίτσα, την ώρα που ανέβαιναν στο στρατιωτικό στάγιερ που ήρθε να τους μαζέψει. Την είχε πάρει μαζί της.
Μεγαλύτερη παρηγοριά δεν θα μπορούσε να του τύχει εκείνη την ώρα.
Μπήκε μέσα του και άρχισε να σκουπίζει σιγοτραγουδώντας.
Πρέπει να την έδειξε και η τηλεόραση.
.
Ότι κι αν λες, η ζωή -ευτυχώς- σε ξεπερνάει. Επίσης, πρόσεχε που βάζεις το πουλί σου, την υπογραφή σου και τις σκέψεις σου.
.
Επειδή βλαξ δεν είμαι. Επειδή έχω πολλά πράγματα να ασχοληθώ και ο βαθμός παράνοιας του καθενός μου είναι αδιάφορος. Επειδή για να καθησυχαστούν ανασφάλειες κατηγορήθηκα για πράγματα αισχρά.
Ξεκαθαρίζω –αγαπητέ/οί- ότι οτιδήποτε γράφεται, από εμένα ή οποιονδήποτε σχολιαστή σ’ αυτό το blog, το facebook μου ή στον τοίχο του σπιτιού μου δεν αφορά με κανέναν τρόπο και για κανέναν λόγο το θέμα που σας αφορά.
Άλλο δεν μπορώ να βοηθήσω.
Hey, watch this
Ι know who i am, what i beleive and that’s all i need to know.
Ο -ανέλπιστα σοφός- Will Smith.
Οι Υποκοριστικοί
Δανειάκι, αμαξάκι, σπιτάκι, καρό τραπεζομαντηλάκι, ταβερνούλα, γυναικούλα, δουλίτσα, ποτάκι, γαμησάκι, τσιγαράκι, φανελάκι (αυτό το τελευταίο, άσχετο). Τα ακούω όλο και πιο συχνά.
Η οικονομική κρίση δεν επιφέρει μόνο χρηματική λιτότητα. Aλλά και λιτότητα πράξης και σκέψης.
Να δούμε πόσοι θα γίνουμε υποκοριστικοί. Όσοι γίνουμε, ας προσέχαμε. Για να ξαναγίνεις από Κωστάκης, Κώστας, θέλει πολύ δουλειά, φίλε μου.
Αμπελοφιλοσοφίες
Ζήσε. Γέλα. Αγάπησε. Επεδίωξέ τα με αυτή τη σειρά. Αν τα κάνεις ανάποδα ή μπερδεμένα, δεν θα κάνεις σωστά κανένα από τα τρία.
Μην κάνεις συνεχώς τα ίδια πράγματα, περιμένοντας διαφορετικό αποτέλεσμα.
Το μεγαλύτερό μας χρέος είναι η προσωπική μας ευτυχία.
Μπορείς να ρίξεις εκατό γυναίκες στο κρεβάτι σου και καμία στην αγκαλιά σου. Όχι ότι αυτό είναι απαραίτητα κακό.
Δυνατός δεν είναι ο φυγόπονος. Ο πυροσβέστης μπαίνει στη φωτιά, δεν τρέχει μακριά της.
Το θεατρικό γράφεται από εσένα. Είναι παρηγορητικό το να νομίζεις ότι κάποιος άλλος το έχει γράψει για σένα.
Οτιδήποτε σκηνοθετημένο δεν είναι αληθινό.
Από τα χειρότερα πράγματα που μπορείς να κάνεις σε κάποιον, είναι να τον καταστήσεις υπεύθυνο για την ευτυχία σου.
Μην μπερδεύεις το θέλω με το χρειάζομαι. Οι Βουδιστές είναι λάθος. Δεν ευτυχείς όταν εξαλείφεις την επιθυμία, ευτυχείς όταν εξαλείφεις την ανάγκη.
Το πιο αρχέγονο ένστικτο δεν είναι η επιβίωση. Είναι το να κάνεις ό,τι σου είναι οικείο. Πολέμησέ το.
Καλημέρα και καλή εβδομάδα. Πιάστε τη ζωή από το τα μαλλιά και βάλτε την να σκύψει.
new hobby
(όποιος γνωρίζει κανένα σεμινάριο/ μαθήματα κ.λπ – αυστηρά Σ/Κ- ας μου στείλει ένα mail στο abelofilosofies at yahoo.gr)
.
Τhe most interesting thing in a zoo
is the displays labeled with animals that refuse to appear.
.
Πριν λίγες μέρες με παίρνει τηλέφωνο μια φίλη. Πρόσφατη, αλλά πραγματική φίλη. Θα έρθω σπίτι να σου μαγειρέψω, μου λέει. Γελάω… Καλά, πώς σου ‘ρθε αυτό; της λέω. Αυτό πιστεύω ότι σου λείπει. Όλα τα άλλα τα έχεις, μου απαντάει. Ε, όχι και τα έχω, της λέω. Εντάξει, και να μην τα έχεις, δεν τα χρειάζεσαι. Το ίδιο είναι, μου λέει.
Μερικοί άνθρωποι έχουν το ταλέντο να σε καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα. Είναι συνήθως αυτοί που έχουν καταλάβει προ πολλού τον εαυτό τους.
Η Ρ.
Με τη Ρ. ήμασταν μαζί για κάνα εξάμηνο, 7 χρόνια πριν. Χωρίσαμε, σχεδόν αμοιβαία- όταν περνάει και τόσο καιρός δεν θυμάσαι καν ποιος χώρισε ποιον. Anyway. Με ψάχνει και με βρίσκει πριν τρεις βδομάδες περίπου στο fb. Μετά τα τι κάνεις ρε, μπλα μπλα μπλα, μου λέει:
-Θέλω να βρεθούμε
-Γιατί;
-Θέλω να σε δω
-Δεν θες να δεις εμένα. Θες να δεις εσένα μέσα από τα μάτια μου, της είπα.
Δεν απάντησε, δεν μου ξαναμίλησε. Ξέρει και ξέρω ότι έχω δίκιο.
Στο γυμναστήριο
Είχα ξανακάνει βάρη στα 25 μου. Αν και τότε ήμουν πιο δυνατός και γυμνασμένος, τώρα, στα 35 μου, τα ίδια κιλά μου φαίνονται πιο ελαφριά. Ίσως γιατί έχω πλέον συνειδητοποιήσει ότι η πιο σημαντική κίνηση σε αυτή την άσκηση δεν είναι η κίνηση που κάνεις όταν τα σηκώνεις, όταν τα απωθείς από το στήθος σου όντας ξαπλωμένος στον πάγκο. Αλλά η κίνηση που κάνεις όταν, αφού τα έχεις σηκώσει, τα αφήνεις να έρθουν προς εσένα.
.
Δεν υπάρχει καλό ή κακό, άσπρο ή μαύρο, ευχάριστο ή δυσάρεστο. Η δυαδική λογική είναι παράλογη.
Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι
το να είσαι αναμάρτητος. Όποιος δεν έχει ακμές, σημάδι, βρωμιά, μαυρίλα δεν έχει τολμήσει να ζήσει ποτές του.
Και μεγαλύτερη αμαρτία από το να μη ζεις, δεν υπάρχει.
.
Κάποιος πετάει πετραδάκια στην πανοπλία μου. Δεν μ’ ενοχλεί ο ήχος τους, απλά τον λυπάμαι κάθε φορά που σκύβει
.
Η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ότι τίποτα στη ζωή μας δεν είναι πραγματικά τραγικό.
i w a m y l
To ακούω συνέχεια. Το άκουσα και χθες από μια γνωστή μου. Μεγάλο σφάλμα το “ο ένας συμπληρώνει τον άλλον”.
Το ορθό κατά τη γνώμη μου είναι το “ο ένας πιάνει τον άλλον, τον στροβιλίζει, τον πετάει ψηλά χωρίς το φόβο αν θα χτυπήσει ή όχι πέφτοντας. Επιστρέφοντας από εκεί πάνω μπορεί να πει στον άλλον τι είδε. Καλό θα είναι να μην είδαν το ίδιο πράγμα”
Συμπέρασμα
Η τραγικότητα ενός συμβάντος, όπως ο θάνατος, είναι αντιστρόφως ανάλογη του πλήθους των σκέψεων που καλείσαι να κάνεις. Οι άνθρωποι πολλές φορές σκεφτόμαστε επισταμένα και εκ του ασφαλούς τα ασήμαντα, καθώς όποιο συμπέρασμα κι’ αν προκύψει, όσο λάθος και να είναι, θα είναι κι’ αυτό ασήμαντο.
Ζωγράφοντας
Πώς να συνθέσω με γράμματα μονάχα, πώς να μπορέσω να ζωγραφίσω χωρίς μπογιές; Άραγε αν στο καφετί προστέσω λίγο πράσινο και μετά μια καχυποψία θαλασσί, θα μπορέσω να χρωματίσω σωστά τα μάτια σου; Αν γράψω καφετιμελίγοπράσινοκαιμιακαχυποψίαθαλασσί, θα με καταλάβουν;
Και σκέφτομαι πάλι, πώς να γράψω τους ήχους σου; Πώς να εκφράσω αυτό το «ά», αυτό το «έ», αυτό το «ί», αυτό το «ώ», αυτό το «ού», αυτόν τον ήχο που βγάζεις όχι ακριβώς εσύ, αλλά η ύπαρξή (περισσότερα…)




5 comments