Δεν έχεις ιδεά

.
.
.
Καθόμουν για καφέ, μεσημέρι Κυριακής. Διάβαζα εφημερίδα, ο ήλιος βαριόταν μαζί μου. Πλησιάζει από πάνω μου ένας τριαντάρης τύπος. “Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Δεν έχεις ιδέα”, μου πέταξε τσατισμένος. Όχι, δεν τον ήξερα.
Προτίμησα να μην πω τίποτα. Μόνο τον κοίταξα, κοίταξα το τζιν παντελόνι του- το ένα μπατζάκι είχε ρεβέρ το άλλο όχι, το καρό του άσπρο με μπλε πουκάμισο, τα κολλημένα με ζελέ μαλλιά του, τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο πάνω χείλος του, τα μάτια του που με κοιτούσαν αλλά πιο πολύ κοιτούσαν εκείνον παρά εμένα.
“Δεν έχεις ιδέα ποιος είμαι εγώ ρε”, μου ξαναείπε, πιο έντονα αυτή τη φορά. Δυο σταγονίδια από το σάλιο του προσγειώθηκαν πάνω στο τραπεζάκι. Το ένα λίγο μεγαλύτερο από το άλλο.
Δεν μίλησα πάλι. Τον κοίταζα.
Ώσπου ήρθε μια μεσήλικη κυρία και έπιασε τον τύπο από το χέρι.
“Βασίλη, έλα, δεν είναι αυτός, έλα”, είπε. Αυτός σαν να ξαφνιάστηκε. Την κοίταξε καλά καλά σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.
“Έλα Βασιλάκη, πάμε αγόρι μου. Άσε τον κύριο. Δεν είναι αυτός σου λέω”, η κυρία.
Ο Βασιλάκης υπάκουσε απρόθυμα. Έσκυψε το κεφάλι, μουρμούρισε ένα τελευταίο “δεν έχεις ιδεά” και ακολούθησε την κυρία έξω από τον χώρο της καφετέριας.
Η γκαρσόνα, γνωστή μου, λιγότερο γνωστή μου απ’ όσο θα θελα μερικές φορές, πλησίασε. “Ποιος ήταν αυτός;”, με ρώτησε κουνώντας το σαγόνι της προς την κατεύθυνση που έφυγε ο Βασίλης με την κυρία.
“Δεν έχω ιδέα”, απάντησα.
Για τα επόμενα δύο δευτερόλεπτα είχα την αίσθηση ότι τον ήξερα πολύ καλά. Ότι γνωριζόμαστε από κάπου.
Αλλού. Άλλου.
ΕΣΥ δεν έχεις ιδέα.
Εγκώ τον κσέρω!!
Ο Βασιλάκης είναι !
Ο καϊλας?
din
den exeis idea..