Εξωγήινος
Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της, προσπαθώντας να διώξει τον μεγαλύτερό της φόβο: ότι όταν θα ερχόντουσαν οι εξωγήινοι στη Γη, θα προσγειωνόντουσαν σε άλλη πόλη και όχι στη δική της. Ή- ακόμα χειρότερα- ότι δεν θα ερχόντουσαν κατά τη διάρκεια του βίου της.
Πώς θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει ξέροντας ότι κάποια μελλοντική γενιά θα βίωνε αυτό που αυτή ονειρευόταν μονάχα;
«Τι έπαθες μωρό μου»; άκουσε μέσα στο αυτοδημιούργητό της ημισκοτάδι τη φωνή του Βαγγέλη. «Είσαι καλά;»
Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε με περιφρόνηση σχεδόν. Θα προτιμούσε να ήταν πράσινος, με κεραίες, από άλλον πλανήτη. Κανένας άντρας στη Γη δεν μπορούσε να την καταλάβει.
Κανένας.
Όλα αυτά θα ανατρεπόντουσαν τέσσερα χρόνια μετά, ακριβώς τη στιγμή που ένας γήινος άντρας θα την πήδαγε από τον κώλο σε ένα πάρτι γενεθλίων.
Βλέπεις, αυτό που περίμενε να έρθει από πολύ έξω της ήρθε τελικά από πολύ μέσα της.
ενώ ένας άντρας εξωγήινος θα την καταλάβαινε σίγουρα
(έπεσες πάνω στο edit…)