Ντεντέκτιβ Ρίβερ (part 2)
«Ωραία. Συνεχίστε. Ήσασταν γυμνή και βλέπατε Τριανταφυλλόπουλο»
«Ναι. Και ξαφνικά…»
«Να σας διακόψω ξανά. Τον Τριανταφυλλόπουλο τον βλέπατε στην τηλεόραση, τον βλέπατε στον ύπνο σας, τον βλέπατε μπροστά σας;»
«Μα στην τηλεόραση φυσικά!»
«Φυσικά; Αν ξέρατε τι έχουνε δει τα ωραία μου γαλάζια μάτια σ’ αυτό το γραφείο και τι έχουν ακούσει τα δωρικά σμιλεμένα αυτιά μου, δεν θα χρησιμοποιούσατε αυτή την έκφραση δεσποινίς μου», της είπα και έριξα ένα πιο προσεκτικό βλέμμα στη βυζοχαράδρα της. Ξαφνικά, ο θάνατος από ασφυξία δεν μου φαίνεται και τόσο κακός. Α, δεν έχω γαλάζια μάτια.
«Κυρία. Βαλέρια Χατζησταύρου», διακόπτει την ονείρωξή μου.
«Του γνωστού Χατζησταύρου;», ρωτάω εγώ
«Μάλιστα»
«Του τυρέμπορα;»
«Όχι…του εφοπλιστή»
«Μάλιστα, μάλιστα. Του εφοπλιστή», μουρμουρίζω εγώ και κάνω πως σημειώνω στο μπλοκάκι μου. Δεν σημειώνω στ’ αλήθεια βέβαια. Ζωγραφίζω. Τα βυζιά της. «Συνεχίστε»
Μισή ώρα μετά, η κυρία Χατζησταύρου μου τα είχε πει σχεδόν όλα. Πήρα την προκαταβολή μου. Φτάνοντας στην πόρτα, γυρνάει και μου ρίχνει ένα βλέμμα που θα παρεξηγούσε και αγιορείτης μοναχός.
«Είναι πολύ σημαντικό αυτό για μένα κύριε Ρίβερ. Καταλαβαίνετε»
«Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω. Μην ανησυχείτε. Θα σας τακτοποιήσω»
«Έκτακτα!», αναφωνεί και βγαίνει από το γραφείο μου.
Έπρεπε να ηρεμήσω και να οργανώσω τις σκέψεις μου. Παίρνω τηλέφωνο τον Μπάμπη.
«Έλα ρε τελειωμένε. Φέρε μου ένα τριπλό με έναν πάγο σε παρακαλώ»
«Αν δεν πληρώσεις τα προηγούμενα σαράντα θα πιεις το σπέρμα του μπάρμαν», αυθαδιάζει.
«Μπάμπη, Μπάμπη. Αχ Μπάμπη…με πληγώνεις. Και ξέρεις τι γίνεται όταν πληγώνομαι εγώ;»
«Τι γίνεται:»
«Κλαίω»
«Ε, τέτοια αδερφάρα που είσαι….»
«Και όταν κλαίω ξέρεις τι γίνεται;»
«Τι;»
«Θολώνουν τα μάτια μου και δεν βλέπω καλά. Και όταν δεν βλέπω καλά, δεν παρκάρω καλά. Μια λάθος όπισθεν να κάνω, θα σου μπω μέσα στην τζαμαρία. Κρίμα δεν είναι;»
Δεν λέει τίποτα ο Μπάμπης. Φαίνεται ότι τον έπεισα. Σε πέντε λεπτά έχει στείλει το ουίσκι στο γραφείο μου. Βάζω μέσα το δάχτυλό μου και το ανακατεύω, το βουτάω ρυθμικά, μέσα- έξω, μέσα- έξω και σκέφτομαι τη Βαλέρια.
Εκείνη και την υπόθεσή της.
Ανοίγω μία την τηλεόραση και πέφτω πάνω στον Τριαναφυλλόπουλο. Χαμογελάω με το χαμόγελο του ανθρώπου που ξέρει ότι σ’ αυτή τη ζωή, πρώτον, τίποτα δεν είναι τυχαίο και , δεύτερον, αν κάτι επιπλέει στο ουίσκι σου και σου μοιάζει με σπέρμα, πιθανότατα είναι.
oste kai o Riber ftiaxnete me triantafyllopoulo. Bre gia des soukse o kaxektikos me ta mousia.
din