reporjazz

Ο μαύρος

Posted in Uncategorized by pascal on 23/08/2009

“Ε, και τι χειρότερο μπορεί να συμβεί;” είπε ο Αντώνης και έριξε μια τεράστια δαγκωνιά στο σουβλάκι του. Το κοίταζε με τόση προσήλωση που νόμισα για μια στιγμή ότι απευθυνόταν σ’ εκείνο κι’ όχι σ’ εμένα. “Ε,και τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σουβλάκι μου; Θα σε φάω και τέλος. Τέλειωσες. Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί;” θα μπορούσε να λέει ο Αντώνης και το σουβλάκι να ρουφούσε τη μύτη του και να του απαντούσε στωικά : “Δηλητηρίαση”. Αυτά σκέφτηκα για λίγο, ώσπου με σκούντηξε στον ώμο ρίχοντάς με παραλίγο από το παγκάκι.

Πολλά χειρότερα θα μπορούσαν να συμβούν. Θα μπορούσε το παγκάκι να γίνει σαρκοβόρο φυτό του Αμαζονίου και να μας καταπιεί και τους δύο ρευόμενο. Θα μπορούσε εκείνη την ώρα να διαλέξουν να εισβάλουν εξωγήινοι στην πλατεία Εξαρχείων και να παρεξηγηθούν οι αναρχοαυτόνομοι και να γίνει της μουρλής, με λέιζερ από τη μία μεριά, μολότωφ από την άλλη και τα ΜΑΤ να ξυλοκοπούν κανέναν εξωγήινο φοιτητή. Θα μπορούσε…πολλά σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε αλλά απάντησα “Τίποτα”.

Ο Αντώνης φάνηκε ικανοποιημένος από την απάντησή μου. Άνοιξε το σακ βουαγιάζ του και έβγαλε ένα ματσάκι οδοντογλυφίδες. Μου πρόσφερε κι’ εμένα μία, κι’ ας μην είχα φάει τίποτα. Άρχισε να καθαρίζει τα δόντια του κάνοντας κάτι περίεργους ήχους με τη γλώσσα του. Άρχισα να καθαρίζω κι’ εγώ τα δικά μου.

“Ε…πόσα λεφτά είπαμε ότι θέλει αυτός ο δικαστικός επιμελητής για να μας αφήσει να ξαναμπούμε στο σπίτι;” “Τέσερα ενοίκια” απάντησα εγώ. “Δηλαδή;” Ο Αντώνης δεν ήξερε ούτε πόσα χρωστάμε. Δεν ήξερε, δεν τον ένοιαζε, σταρχίδια του όλα. Μου άρεσε σαν συγκάτοικος. Δεν έκανε φασαρία, δεν ήταν βρώμικος, δεν γάμαγε γκόμενες στο διπλανό δωμάτιο- πράγμα που θα με έκανε να ζηλέψω ίσως. “Χίλια οχτακώσια ευρώ” είπα εγώ. “Φιου…πολλά λεφτά” σφύριξε ο Αντώνης. “Και πού θα τα βρούμε λες;” με κοίταξε συνωμοτικά, σαν να μου έλεγε “πάμε να χτυπήσουμε το υποκατάστημα της Εμπορικής στη Θεμιστοκλέους”. “Ξέρω γω…” είπα. “Θα ζητήσω προκαταβολή από τη δουλειά”, είπε ο άνεργος Αντώνης. “Όταν βρω”, με πρόλαβε. Εγώ προκαταβολή δεν μπορούσα να ζητήσω, γιατί κι’ εγώ άνεργος ήμουν. Προσφάτως απολυμένος, δεν βλέπεις τι γίνεται, τράπεζες πτωχεύουν, δωμάτια στα νησιά μένουν ανοίκιαστα, οι συνταξιούχοι φτιάχνουν τη χωριάτικη με σκέτο αγκουράκι, τι, εγώ θα τη γλύτωνα; Και ποιος ήμουν εγώ; Σιγά. Ένας άνεργος που είχε τελειώσει τη σχολή και δεν είχε πάει φαντάρος ακόμα και που τον πέταξαν και έξω από το σπίτι του γιατί χρωστάει ενοίκια. Τέσσερα ενοίκια. Πολλά λεφτά. Και δύο να ταν, πάλι πολλά λεφτά θα ταν. Και ένα να ταν, πάλι πολλά λεφτά. Όταν δεν έχεις μία, όλα πολλά λεφτά σου φαίνονται. Είναι όπως δεν έχεις γκόμενα για πολύ καιρό. Όλα τα βυζιά ωραία βυζιά σου φαίνονται.

Σκέφτηκα να κάνω ένα-δυο τηλέφωνα. Να ζητήσω δανεικά. Από ποιον; Όποιον και να έπαιρνα από φίλους και γνωστούς, πιο πιθανό θα ήταν να μου ζητήσουν δανεικά εκείνοι πριν προλάβω να τους ζητήσω εγώ.

“Καλησπέρα ρε Κώστα. Ξέρεις, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη”

“Α, κι’ εγώ ρε Γιώργο. Μήπως σου βρίσκονται χίλια ευρώ. Για κανά μήνα μωρέ…όχι παραπάνω”.

“Τι σύμπτωση, κι’ εγώ δανεικά θέλω να σου ζητήσω”

“Α, ωραία ρε φίλε. Πάμε για καμιά μπυρα;”

Κάπως έτσι.

Κι’ εκεί που βρισκόμασταν σε ένα αδιέξοδο και σ’ ένα παγκάκι στην πλατεία Εξαρχείων ταυτόχρονα, πλησιάζει ένας μαύρος, από αυτούς τους χαμογελαστούς που πουλάνε σιντί.

“Σιντίζ σερ”. “Ντιβιντίζ, μούβιζ, ολ δε νιου ουάνς, σι” είπε.

“Γουι ντοντ γουόντ σιντίζ”, είπε ο Αντώνης. Και του πρόσφερε κι’ αυτουνού μια οδοντογλυφίδα, έτσι, ξέρω γω γιατί, ίσως για να του ζητήσει συγνώμμη που δεν θα τιμούσαμε την πραμάτεια του.

“Και τι θα θέλατε ακριβώς;” είπε ο μαύρος σε άπταιστα ελληνικά καθώς καθάριζε με την οδοντογλυφίδα την καθόλου μαύρη οδοντοστοιχία του.

“Μιλάς ελληνικά;” απόρησα εγώ. “Μιλάω, βέβαια. Απλά με τα αγγλικά έχω διαπιστώσει ότι πουλάω περισσότερο. Δεν ξέρω γιατί… Λοιπόν, τι θα θέλατε;” “Λεφτά. Πολλά λεφτά. Έχεις;” είπα εγώ.

Και τότε ο μαύρος που μιλούσε άπταιστα Ελληνικά απάντησε αυτό που δεν θα περίμενες ποτέ να απαντήσει κάποιος που πουλάει σιντίζ στα Εξάρχεια, άσπρος, μαύρος ή κίτρινος.

“Έχω”. “Έ;” είπα εγώ. “Λεφτά θέλετε ;” “Ναι”. “Έχω πολλά λεφτά. Πάρα πολλά για την ακρίβεια. Τόσα πολλά που…, εντάξει, τέλος πάντων. Πείτε μου πόσα χρειάζεστε. Γρήγορα όμως!”.

“Και πώς…” εγώ. “Τρεις χιλιάδες ευρώ!” με διέκοψε ο Αντώνης , “τόσα χρειαζόμαστε φίλε μου. Έχεις;” “Ρε μαλάκα τι λες κι’ εσύ”, πήγα να τον προσγειώσω εγώ. “Μα αφού έχει. Πες ρε φίλε. Έχεις;”

Είχε και παραείχε. Και μας τα έδωσε, τρεις χιλιάδες κολλαριστά ευρώ, σε πενηντάρικα και κατοστάρικα, μας πήρε παραπέρα σε μια γωνιά και μας τα μέτρησε. Μπροστά στα μάτια μας. Τρία χιλιάρικα. Τρία ολόκληρα χιλιάρικα.

“Μη ρωτάτε τίποτα, δεν χρειάζεται. Πάρτε τα. Δικά σας είναι”. Τον είδαμε να ξεμακραίνει στη Βαλτετσίου και μετά σαν να εξαφανίστηκε. Δεν τον ακολουθήσαμε, δεν μας πέρασε καν από το μυαλό να το κάνουμε.

Αυτό ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί τελικά. Γιατί, ακόμα και σήμερα, πολύ καιρό μετά, είμαι σίγουρος ότι αν τότε ζητούσαμε από τον μαύρο εκατό χιλιάρικα, θα μας τα μέτραγε, εκεί, μπροστά στα μάτια μας. Αν του ζητούσαμε μισό εκατομμύριο θα μας το μέτραγε κι’ αυτό. Και αν του ζητούσα να κάνει την Άννα να με ξαναθέλει, κι’ αυτό θα το έκανε.

Ακόμα κι’ αυτό.

12 σχόλια

Subscribe to comments with RSS.

  1. σαυρα said, on 23/08/2009 at 20:02

    αν ειχα καπελο θα το εβγαζα
    ακομα και αυτο

  2. simela said, on 23/08/2009 at 20:35

    απόλαυση να σε διαβάζω!!!!
    έτσι απλά!!!

  3. Γυρομυριστής said, on 24/08/2009 at 11:00

    Cool. Αν εκπλήρωνε και τρεις ευχές θα ήταν πιό cool. :)

  4. Νίκος said, on 24/08/2009 at 18:21

    Πολύ ωραίο…Πάντως έχω παρατηρήσει σε πολλά διηγήματα σου το στοιχείο του άντρα που έχει κολλήσει με κάποια και δεν μπορεί να την ξεπεράσει μετά το χωρισμό…Επικεντρώνεσαι σε πολλούς “αθεράπευτους” πρωταγωνιστές και στα πολύ ισχυρά ψυχοπαθολογικά κατάλοιπα που τους άφησε η σχέση.Δεν θέλω να καταλήξω κάπου συγκεκριμένα απλά σκέφτηκα να το αναφέρω.

    Υ.Γ. Είμαι ένας από τους λίγους πλέον αλλά υπερήφανους και ρομαντικούς που δεν έχουν ξεχάσει τον αγαπητό “Αργύρη” και τη συνέχεια που μας χρωστάς. Πάνω που φτάσανε στη νήσο “Ψ”…Γαμώτο σου…

  5. Μαύρος Κατ said, on 25/08/2009 at 07:53

    Φίλτατε δίνεις ρέστα τελευταία.

    (Κόψε και καμμιά απόδειξη, ποτέ δεν ξέρεις Σ;ο)

  6. pascal said, on 25/08/2009 at 15:24

    Γεια και χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

  7. dsquared said, on 25/08/2009 at 15:50

    Ασχετο, που κολλα η Βαλαωρίτου με τα Εξαρχεια?
    din

  8. pascal said, on 25/08/2009 at 15:55

    Χμμμ…Βαλτετσίου μάλλον έπρεπε να πω
    anyway

  9. Homo Ludens said, on 25/08/2009 at 20:51

    Ρε, καλό είναι να γαμάει ο άλλος στο διπλανό δωμάτιο. Μπουκάρεις κι εσύ ενίοτε και δεν σου λέει καμμία τίποτε. Και σκέψου ότι δεν θα έχει χρειαστεί και η βαρετή διαδικασία να την ψήσεις. Θα τα έχει κάνει όλα ο συγκάτοικος.

  10. pascal said, on 26/08/2009 at 23:44

    ναι,
    θα σε υποδεχτεί με ένα “καλώς τα παιδιά τα δικά μας, τι να κεράσω;”
    κι’ εσύ θα πεις “άσε, σερβίρομαι μόνος μου. μήτσο πιάσε μια κάιζερ και κανά πατατάκι”

  11. unstalbeGreek said, on 07/09/2009 at 15:42

    it ’s what i feel…


Υποβολή απάντησης