Αργύρης (παρτ του)
Συγγραφέας- Ναρκαλιευτής
Πριν συνεχίσω την αφήγηση της ιστορίας μου θέλω να αποκαλύψω μερικά πράγματα. Όχι για μένα, αλλά για τον Ηλία. Ο Ηλίας λοιπόν είναι ο άνθρωπος που μπορεί να πουλήσει φύκια για οικόπεδα στο Λαύριο. Και όχι απλά οικόπεδα, αλλά οικόπεδα με μεταλλεία διαμαντιών πλήρως εκμεταλλεύσιμα, τους υπαλλήλους του αρμόδιου υπουργείου λαδωμένους και ένα Στάγιερ φορτωμένο οικογενειάρχες Αλβανούς έτοιμους να σκάψουν με τα χέρια.
Επαναλαμβάνω, για όσους δεν μου έδωσαν και πολύ σημασία πιο πριν –και καλά έκαναν, ούτε εγώ μου δίνω πολύ σημασία τις περισσότερες φορές- ότι ο Ηλίας δεν ήταν ποτέ κολλητός μου, όπως ο «ξέρετε ποιος», τον οποίο δεν θα ξανααναφέρω γιατί θα ξεφύγω πάλι από το θέμα μας και δεν θέλω.
Εκτός από μυθομανής, ο Ηλίας είναι και καρμίρης. Το αγαπημένο του φαγητό είναι το «κουβέρ». Βγαίνει με παρέες, δεν παραγγέλνει σχεδόν τίποτα (εγώ έφαγα παιδιά, φάτε εσείς) και βουτάει το ψωμί στη σαλάτα. Στην σπάνια περίπτωση που δεν παραγγείλει η ομήγυρης χωριάτικη σαλάτα, ο Ηλίας περιμένει στωικά να αδειάσει κάποιο αρκούντως λαδερό πιάτο για να παπαριάσει. Δεν είναι ότι δεν έχει λεφτά. Έχει. Ούτε ότι δεν ξέρει να τα ξοδεύει. Ξέρει. Το πρόβλημά του είναι ότι θέλει να αγοράσει κάποτε σπίτι στη Γλυφάδα. Μεζονέτα. Με πισίνα. Και άουντι ταφ ταφ (ή τε τε). Κάμπριο. Με δερμάτινα καθίσματα. Μέχρι να τα πετύχει αυτά, μένει σε μικρό δυάρι στην Κυψέλη και οδηγεί φίατ πούντο (όχι το γκράντε). Έτσι είναι ο Ηλίας. Πληρώνεται ελληνικά και ονειρεύεται αμερικάνικα.
Εδώ αισθάνομαι τη βαθύτατη ανάγκη να ανοίξω μια παρένθεση. (. Ορίστε. Την άνοιξα. Και δεν την ξανακλείνω και δεν σας υπολογίζω καθόλου. Έτσι είμαι εγώ. Όποτε νοιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να κάνω κάτι, το κάνω. Δεν υπολογίζω τίποτα, κανέναν, να πα να γαμηθούνε όλοι, χέστηκα, δημοκρατία έχουμε, ελεύθεροι πολίτες είμαστε κ.λπ κ.λπ. Είμαι Ατρόμητος. Έτσι, εκείνη τη στιγμή που όπως γλαφυρότατα περιέγραψα προηγουμένως ευρισκόμεθα σε ψυρρομπαράκιον με τις καμακοτρίαινας ανά χείρας, γύρισα στον Ηλία (ο παπάρας σκούπιζε το χυμένο ποτό από τα ρούχα του χρησιμοποιώντας το κάτω μέρος του πουκάμισού μου) και του είπα:
«Πάω στοίχημα ότι τα γκομενάκια θα μας κλάσουν σε χρόνο ντε τε». Ξέχασα να σας πω ότι εκτός από ατρόμητος είμαι και ηττοπαθής. Ειδικά με τις γυναίκες. Και ειδικότερα με τις ωραίες γυναίκες. Και ακόμα πιο ειδικότερα με τις ωραίες ξανθιές γυναίκες. Και ακόμα πιο πιο ειδικότερα με τις ωραίες ξανθιές γυναίκες με μεγάλο στήθος. Προσθέστε το «+ δίδυμες» στην εξίσωση «ωραίες+ξανθιές+με μεγάλο στήθος» και εύκολα συμπεραίνετε ότι «= πολύ- πολύ ηττοπαθής».
Όχι ότι δεν πηδάω. Πηδάω. Από καθαρή τύχη όμως τις περισσότερες φορές. Σίγουρα. Π.χ, την αδερφή του Ηλία, την Ελένη, την πήδηξα γιατί μόλις είχε χωρίσει με τον Σωτήρη με τον οποίο ήταν καψούρα και ήθελε να του δείξει του μαλάκα που τόλμησε να της μιλήσει έτσι και εγώ ήμουν ο πρώτος με σαρκική προεξοχή που βρέθηκε στο δρόμο της. Ο Σωτήρης βέβαια αποδείχθηκε ακόμα πιο τυχερός, γιατί όπως μάθαμε ένα μήνα μετά η Ελένη ήταν έγκυος και εγώ είχα φορέσει προφυλακτικό. Οπότε, αφού εγώ αποκλείεται να την άφησα έγκυο, ήταν έγκυος είτε από το Σωτήρη είτε από τον Κώστα είτε από το Βασίλη είτε από το Δημήτρη. Από την Κατερίνα πάλι, αποκλείεται, αν και πολύ καλά πέρασαν οι δυο τους απ’ όσο ξέρω. Καλά παιδιά, τους ξέρω προσωπικώς. Όχι σαν τον Πάνο, αλλά καλά παιδιά. Όλα αυτά τα ξέρω από τον Ηλία, γιατί μπορεί να μην ήταν ποτέ κολλητός μου αλλά δεν ήταν και ποτέ εχέμυθος. Τέλος πάντων, τώρα ο Σωτήρης είναι με την Ελένη καθώς ο Κώστας, ο Βασίλης και ο Δημήτρης είχαν βάλει κι’ αυτοί προφυλακτικό ενώ η Κατερίνα ήταν γεννημένη γυναίκα. Έχουν και ένα μωράκι, την Κορίνα. Έτσι είν’ αυτά. Σχέσεις δια της ατόπου. Και δια του γεγονότος ότι αν έκανε έκτρωση η Ελένη, δεν θα έκανε πιθανότατα ποτέ παιδιά. Είπε ο γιατρός. Έτσι είν’ αυτά. Σχέσεις δια της ατόπου και της μη παντοδυναμίας της ιατρικής επιστήμης. Λέω εγώ.
Ξανανοίγω παρένθεση και βάζω και άνω κάτω τελεία μπροστά. Γιατί έτσι γουστάρω και γιατί με εκφράζει αυτή τη στιγμή : ) .
Eπιστροφή στο καμακοσκηνικό. Ο Ηλίας αντιμετώπισε την ηττοπάθειά μου όπως ακριβώς όφειλε να την αντιμετωπίσει κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του και δεν σέβεται και πολύ τις γυναίκες:
«Σώπα ρε μαλάκα. Πηδιούνται εύκολα. Όλες έτσι είναι, κατά βάθος. Τσουλιά και τίποτα άλλο».
«Ναι, αλλά το θέμα είναι πόσο βάθος», είπα και συνέχισα αποσπώντας του με τρόπο το ήδη αλκοολούχο κάτω μέρος του λευκού μου πουκάμισου «αν είναι να τις ψήνουμε κάνα εξάωρο βαριέμαι. Άσε που δεν έχω και φράγκα για κεράσματα σήμερα», συνέχισα ξέροντας ότι ο Ηλίας δεν κερνάει ούτε σουσάμι σε κουλούρι και παίζει πιγκ πογκ με το ίδιο μπαλάκι που είχε αγοράσει στο λύκειο.
«Θα κεράσουν αυτές, θα δεις» με καθησύχασε ο Καζανόβας της Γλυφάδας.
Έκανε ένα άτσαλο νόημα στις αδερφές Μπρόγιερ (έτσι τις λένε- έλεγαν; δεν θυμάμαι καλά). Με τo χέρι που κρατούσε τη βότκα λεμόνι. Τόσο άτσαλο, που έχυσε ξανά βότκα λεμόνι -στα παπούτσια του αυτή τη φορά- και τις έκανε να γελάσουν. Γέλασαν ακόμα περισσότερο όταν άρχισε να κρατιέται από τον ώμο μου και να τινάζει το δεξί του πόδι, σαν να έπαθε ηλεκτροπληξία κι’ εγώ να ήμουν στύλος. Που ήμουν δηλαδή. Στήλη άλατος. Αισθανόμουν πολύ γελοίος εκείνη την ώρα. Πάγωσα από την ντροπή μου. Πάλι ψιλομαστουρωμένος είχε βγει ο Ηλίας. Όπως συνήθως. Χαμογέλασαν όπως είπα. Η μία φορούσε σιδεράκια. Στα δόντια. Σιγά. Δεν με χάλαγε καθόλου. Η άλλη δεν φορούσε σιδεράκια στα δόντια, αλλά στη μύτη, το φρύδι, τον αφαλό και δεν ξέρω κι’ εγώ πού αλλού. Πίρσιν. Δεν με χάλαγε καθόλου. Κατά τα άλλα, ήταν ίδιες. Σαν δίδυμες. Και έμοιαζαν, και ήταν δίδυμες με λίγα λόγια. Εγώ πάλι με τον Ηλία, και μοιάζαμε και ήμασταν γελοίοι. Όπως συνήθως, με λίγα λόγια.
Και τότε έγινε αυτό που αν μου έλεγες ότι θα γινόταν θα σου έλεγα ότι είσαι αιθεροβάμων και ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Ήρθαν και μας έπιασαν κουβέντα. Εμένα μ’ έπιασε κι’ αυτή με τα σιδεράκια απ’ το χέρι. Μυρμήγκιασε η σπονδυλική μου στήλη άλατος.
«Γεια σας παιδιά», είπε το πίρσιν. «Μάρθα και Μαρία». Βιβλική σιγή επικράτησε για πέντε ολόκληρα δευτερόλεπτα, όσο εγώ δεν είχα τίποτα να πω και όσο ο Βασίλης ρουφούσε με νόημα όση βότκα λεμόνι δεν είχε χυθεί.
«Ηλίας. Και από δω ο φίλος μου ο Αργύρης. Θα περάσουμε πολύ όμορφα σήμερα», έκλεισε το μάτι με νόημα στη Μάρθα.
«Ναι», ψέλλισα εγώ και βρήκα το θάρρος να σφίξω το χέρι της Μαρίας, το οποίο ήδη έσφιγγε το δικό μου, οπότε απλά ανταπέδωσα το σφίξιμο. Αλληλοσφιχτήκαμε.
Και τότε έγινε ξανά αυτό που αν μου έλεγες ότι θα γινόταν κ.λπ κ.λπ. Η Μάρθα μας ρώτησε τι πίνουμε και παρήγγειλε ποτά για όλους. Ο Ηλίας μου έριξε ένα να-τον-ακούς-τον-παλιό βλέμμα. Εγώ έριξα ένα βλέμμα στη βυζοχαράδρα της Μαρίας και τη βρήκα αρκούντως αβυσσαλέα και μια χαρά. Όλα μια χαρά ήταν. Όλο το σύμπαν συνωμοτούσε στο να γαμήσουμε εκείνο το βράδυ. Του κωέλιο θα γινόταν.
Φυσικά, παρά το γεγονός ότι όλο το σύμπαν συνωμοτούσε στο να γαμήσουμε, υπήρχαν στιγμές που ξεφύγαμε τόσο πολύ που νόμιζα ότι θα μας φιλοδωρήσουν από ένα φάσκελο και θα μείνουμε κοτσάνι. Όπως τότε που στην ερώτηση της Μαρίας «με τι ασχολείστε;», ο Ηλίας απάντησε: «Α, εγώ είμαι συγγραφέας- ναρκαλιευτής».
Ήταν βλέπετε ένα από τα κολπάκια του Καζανόβα της Γλυφάδας. Έπρεπε να δείχνεις και κουλτουριάρης και ριψοκίνδυνος.
Το «ναρκαλιευτής» η Μάρθα και Μαρία το προσπέρασαν αμέσως. Μάλλον γιατί δεν ήξεραν τι ήταν το «ναρκαλιευτής». Όπως και το συνδυασμό του με το «συγγραφέας». Στο τελευταίο κόλλησαν και ρώτησε η Μαρία:
«Α, τι ωραία! Πες μου την τελευταία παράγραφο που έγραψες. Σε παρακαλώωωωωωωωω» και τράβηξε το «ω» με τόσο νάζι και σκέρτσο που μού ‘ρθε να πιάσω την εικοσιτριάχρονη (όπως έμαθα αργότερα) κοτσίδα της και να την κάνω να γονατίσει για τα περαιτέρω.
Ήρθε η σειρά του Ηλία να γίνει στήλη και η δικιά μου να μας βγάλω από το αδιέξοδο: «Όσο και να τον παρακαλέσεις, δεν πρόκειται να σου πει κουβέντα. Έτσι είναι ο Ηλίας. Εδώ δεν τα λέει ούτε σ’ εμένα που είμαι κολλητός του. Τυπωμένα τα διαβάζω τα βιβλία του», απάντησε ο, όπως μάθαμε όλοι μας λίγο αργότερα, Χειρούργος Οδοντίατρος Αργύρης. Όπως είπα ο Ηλίας δεν ήταν ποτέ κολλητός μου κι’ εγώ δεν ήμουν οδοντίατρος και είχα να πάω σε συνάδελφο οδοντίατρο εδώ και μια εξαετία. Αλλά είπαμε, το σύμπαν ήθελε να γαμήσουμε, εγώ θα έκανα τη χαλάστρα;
«Εσείς με τι ασχολείστε κορίτσια;» ρώτησα γεμάτος αυτοπεποίθηση, μετά και την τελευταία μου φοβερή τρίπλα.
Εδώ προσεγγίζουμε το θέμα μας. Το οποίο είναι το πώς ξεφύγαμε με τον Ηλία και το οποίο θέμα μ’ έκανε να κατουρήσω –ξανά- λίγο αίμα πριν από μία ώρα περίπου:
«Εμείς δεν δουλεύουμε. Έχουμε πολλά λεφτά. Ασχολούμαστε όμως με πολύ σημαντικά πράγματα, τα οποία δεν μπορούμε να σας πούμε όμως», απάντησε η Μάρθα.
«Δεν μπορούμε να σας πούμε γλυκούλη», μου είπε προσωπικώς η Μαρία και μου θύμισε εκείνον τον τύπο στο Πινόκιο που επαναλάμβανε ότι έλεγε ο κολλητός του. Βλέπαμε συνέχεια Πινόκιο με τον κολλητό μου τον Πάνο και άλλα παιδικά, όπως ο Νιλς Χόλγκερσον και το Μια Φορά κι’ Έναν Καιρό Ήταν ο Άνθρωπος. Μετά βλέπαμε μαζί και τσόντες και πιο σοβαρές ταινίες. Ώσπου σκοτώθηκε με τη μηχανή, ο μαλάκας.
Ξεφεύγω, συγνώμη. Επιστροφή στου Ψυρρή, όβερ.
«Γιατί; Είστε μπλεγμένες σε τίποτα παράνομο;» κινδυνολόγησε ο Ηλίας.
«Όχι βρε κουτό» είπε η Μάρθα «απλά δεν σας ξέρουμε καλά ακόμα. Θα γνωριστούμε όμως πολύ καλύτερα. Αν μάλιστα έρθετε και στο ταξιδάκι με το γιοτ, θα γνωριστούμε πολύ- πολύ καλύτερα».
Πλούσιες. Ξανθιές. Μεγάλα βυζιά. Πρόθυμες. Με γιοτ. Θέλουν να γνωριστείτε πολύ- πολύ καλύτερα και σας καλούν και σε ταξιδάκι με το γιοτ. Ε, παραβλέπεις τελείως το «χαζές» ή δεν το παραβλέπεις; Το παραβλέψαμε.
Σε μισή ώρα ήμασταν στον πρόδρομο του ταφ ταφ κάμπριο με δερμάτινα καθίσματα και οδεύαμε προς Λαύριο. Ψιλομεθυσμένοι και χοντροσεξουαλικοφτιαγμένοι.
«Πού πηγαίνει το γιοτ;», ρώτησα εγώ όσο έστριβα ένα τρίφυλλο στο πίσω κάθισμα.
«Στη Νήσο Ψ, φυσικά», απάντησε η Μαρία.
«Φυσικά», είπε ο Ηλίας και χούφτωσε το μπούτι της Μάρθας. Χούφτωσα κι’ εγώ ένα μπούτι, χούφτωσαν κι’ αυτές από ένα μπούτι, ήμασταν όλοι με ένα μπούτι στο ένα χέρι και ένα ποτό στο άλλο και όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα, σαν σε όνειρο, όχι, καλύτερα από όνειρο, σαν σε όνειρο μέσα σε όνειρο που το ονειρεύεται ένα κωλαράκι εφταμηνίτικου μωρού.
Τόσο όμορφα ήταν όλα. Αλήθεια.
αυτο με το 7μηνιτικο μωρο με μπερδεψε.
din
ελπίζω να παίζει και παρτ θρι – μέχρι τώρα πάντως – υπέροχο – διαβάζω και γελάω και δεν μπορώ να πω ότι είναι και εύκολο αυτό
εύγε
ma pou ta skeftesai ola auta…
Se diavazw arketo kairo kai me ekpliseis diarkws.
Mpravo sou!