Αργύρης (παρτ φάιβ)
Η εικοσαετία των eighties και τα σπορτέξ
Γυρίζουν. Όλα. Γύρω γύρω γυρίζουν. Ήπια λίγο παραπάνω. Μισό μπουκάλι ουίσκι πριν βγω, ένα καραφάκι ούζο στους Διόσκουρους, δυο μπίρες από ένα περίπτερο στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Έχει πανσέληνο απόψε. Αυγουστιάτικη. Και δεν είναι ωραία. Για μένα τουλάχιστον. Αισθάνομαι μόνος μου. Είμαι μόνος μου. Ανέβηκα στην Ακρόπολη. Πολύς κόσμος. Σαν προσκύνημα ένα πράγμα. Είδα και τηλεοπτικά συνεργεία. Χαλάστηκα. Ώσπου έφτασα πάνω πάνω. Ψηλά. Στον Παρθενώνα. Ωραίος ήταν. Έκατσα σε ένα αρχαίο ωραίο πεζούλι. Οι αρχαίοι μπορεί να μην το είχαν για πεζούλι, οπότε τους ζητώ συγγνώμη. Άναψα τσιγάρο. Κανονικό. Το ήξερα ότι απαγορεύεται αλλά ήθελα να καπνίσω. To απόγευμα στην τηλεόραση είπαν ότι όταν έχει πανσέληνο τα ψάρια δεν τσιμπάνε και οι καημένοι οι ψαράδες δεν μπορούν να βγάλουν μεροκάματο και μη φάτε ψάρι τη μέρα που ξημερώνει μετά την πανσέληνο γιατί δεν θα είναι φρέσκο. Αδιαφορώ γιατί δεν τρώω ψάρια και δεν είμαι ψαράς. Έτσι απλά.
Στον ουρανό καθόταν ένας τεράστιος, ολοστρόγγυλος, εχθρός των ψαράδων. Δίπλα μου καθόταν κι’ άλλος κόσμος. Πιο πιο δίπλα μου μια παρέα. Ένα ζευγάρι και μια γκόμενα. Το ήξερα ότι δεν είναι ωραίο να ακούς τι λένε οι άλλοι αλλά άκουσα.
«Κοίτα να δεις», είπε η αζευγάρωτη γκόμενα. «Εδώ υπάρχουν τόσο ωραία και σημαντικά πράγματα κι’ εμείς τόση ώρα κουτσομπολεύουμε».
«Ναι», συμφώνησε η ζευγαρωμένη γκόμενα.
«Ε, και τι να πούμε», είπε και ο ζευγαρωμένος τύπος.
Τράβηξα μια τζούρα. Όντως, τι να πούμε. Αυτό ήταν το πρόβλημά μας πάντα. Το τι να πούμε. Το τι να δούμε. Το τι ν’ ακούσουμε. Το τι να κάνουμε. Το τι να φάμε. Το τι να πιούμε. Το τι να χέσουμε.
Τίποτα να μην πούμε, λέω εγώ. Να βγάλουμε τον σκασμό επιτέλους. Μέχρι να δεν ξέρω κι’ εγώ τι…
Μέχρι να γίνουν τα’ αυτιά μας πιο σημαντικά απ’ τα στόματα και τα μάτια μας και το μυαλό μας πιο σημαντικό από το πουλί και τον κώλο μας. Λέω εγώ τώρα. Μπορεί να λέω και χαζομάρες. Αλλά το τι να πω, δεν μ’ απασχολεί. Συνήθως δεν λέω τίποτα. Αυτό μου το αναγνωρίζω ως ένα σημαντικό πρώτο βήμα.
Έχει πανσέληνο απόψε. Κι’ είμαι χάλια. Όχι εμφανισιακά, που μπορεί να είμαι αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Ψυχολογικά. Το αίμα όταν κατουράω ελάχιστο. Μπορεί να μην υπάρχει καν κι’ εγώ να το βλέπω από συνήθεια πλέον. Το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω γιατί ακριβώς είμαι χάλια ψυχολογικά. Ψέματα, ξέρω. Δεν είναι ότι τα πράγματα μου πάνε στραβά. Ούτε στραβά πάνε, ούτε ίσια, ούτε τίποτα. Αισθάνομαι ότι η ζωή μου δεν συνεχίζεται τις τελευταίες μέρες. Από τότε που αυτό που… είναι σαν να κάνει απεργία ένα πράγμα και να μη μου λέει ποια είναι τα αιτήματά της.
Έχω τη φρικτή υποψία ότι αν δεν τελειώσω την αφήγησή μου δεν θα συνεχιστεί και η ζωή μου. Δεν θα γίνει τίποτα. Θα βαλτώσω, θα βουρκώσω, όχι με δάκρυα αλλά το άλλο, αυτό που μπαίνεις στο βούρκο. Τέλος πάντων. Αυτός είμαι εγώ. Οι περισσότερες υποψίες μου είναι φρικτές. Τα ωραία μου συμβαίνουν όταν δεν τα υποψιάζομαι καν. Οπότε, καλύτερα είναι να συνεχίσω. Όσο πιο ανυποψίαστα μπορώ.
Γυρίζουν. Όλα. Γύρω γύρω γυρίζουν. Όλοι. Γύρω γύρω όλοι. Και στη μέση μια χοντρή. Η Εύα. Το χαλάκι και τον Πάνο θεωρήστε τα, επιτέλους, δεδομένα. Να μη γράφω και περιττές λέξεις πιωμένος άνθρωπος.
Αγαπητοί αναγνώστες, καλησπέρα σας. Σας καλωσορίζουμε στο μεσημβρινό μας κουίζ. Παρακαλώ, προσοχή. Ο κερδίζων θα αμειφθεί πλουσιοπάροχα. Προχωράμε στην ερώτησή μας για σήμερα. Μολυβάκι ανά χείρας και σημειώσατε παρακαλώ την σωστή απάντηση.
«Tι έφαγε η Εύα με το που φτάσαμε στον μπουφέ, στον οποίο πήγαμε, σημειωτέον, για να πάρω εγώ ποτό και να μου εξηγήσει το τι γινόταν μέσα στο τσιχλοφουσκέ γιοτ;
α) ένα σουβλάκι κοτόπουλο
β) καναπεδάκι με σολομό και αγγούρι
γ) ταρτάκι φράουλα
δ) όλα τα παραπάνω
ε) όλα τα παραπάνω και ταυτόχρονα
στ) «είσαι καραγκιόζης»
Η σωστή απάντηση είναι, φυσικά, η ε, κι’ επειδή τη βρήκατε όλοι, αγαπητοί αναγνώστες, δεν κερδίζετε τίποτα. Τζακποτ.
«Γιατί ρε, η στ δεν είναι σωστή;», πετάγεται ένας εξυπνάκιας αναγνώστης απ’ τα Πετράλωνα. Φοράει κολλητό τζιν και μπλουζάκι με τον Τσε.
«Είναι», λέω εγώ.
«Τότε;», επιμένει. «Γιατί δεν κέρδισα;»
«Εντάξει, να το ρίξουμε κορώνα- γράμματα», προτείνω εγώ.
«Καλά, ας είναι», συμφωνεί.
«Κορώνα ή γράμματα;», ρωτάω.
«Κορώνα».
Στρίβω το νόμισμα στον αέρα. Προσγειώνεται στην παλάμη μου.
«Γράμματα. Έχασες φίλε».
«Μα, πού είναι; Δεν είδα τίποτα», διαμαρύρεται ο Τσε.
«Αφού στο γράφω εγώ. Έτσι είναι. Έχασες».
«Και ποιος είσαι εσύ ρε που θα γίνεται ό,τι γράφεις; Είσαι φασίστας», αυθαδιάζει ο αιρετικός αναγνώστης.
«Και ποιος είσαι εσύ ρε;»
«Ποιος είσαι εσύ ρε;»
«Ποιος είσαι εσύ;»
«Είσαι εσύ;»
«Εσύ;». Αυτό φώναξα. Ήμουν έτοιμος να παραγγείλω ένα ουίσκι με ένα πάγο από τον τύπο πίσω από τον μπουφέ. Η Εύα μασουλούσε ανέμελη. Μέχρι που τον είδα. Είναι στιγμές που αρχίζεις να πιστεύεις ότι, δεν μπορεί, τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα έχουν ένα νόημα, τα πάντα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, μια πεταλούδα στη Νέα Υόρκη προκαλεί σεισμό στο Τόκιο, ένας μπαμπουίνος στην Αλάσκα προκαλεί χέσιμο στην Καρδίτσα, ένας πρωθυπουργός στην Ελλάδα προκαλεί ξύσιμο στις ΗΠΑ κ.λπ. Ε, αυτή ήταν μια από αυτές τις στιγμές. Ήμουν έτοιμος να παραγγείλω ένα ουίσκι με ένα πάγο από τον νταλικιέρη. Αυτόν που δεν έφταιγε αλλά έστειλε τον Πάνο στα θυμαράκια. Ίδιος ήταν. Αυτός ήταν. Αυτός.
«Τι δουλεύεις εσύ εδώ;», του είπα.
Με κοίταξε απορημένος. Σαν να μην με ξέρει ο παπάρας. Τον έπιασα από τον ώμο και άρχισα να τον ταρακουνάω σαν κουμπαρά. «Τι δουλεύεις εσύ εδώ;», ούρλιαξα.
«What’s the matter, sir?», απάντησε με μια προφορά και σε μια γλώσσα που, σίγουρα, δεν άρμοζε με τίποτα σε έλληνα νταλικιέρη. Στο πάτωμα δεν έπεσε ούτε μισό ευρώ.
«Κόψε τις μαλακίες. Τι γυρεύεις εσύ εδώ; Με παρακολουθείς;», ούρλιαξα και συνέχισα να τον ταρακουνάω.
Κάτι μουρμούρισε πάλι. Eiste trelos kyrie. Κάτι τέτοιο.
Η Εύα αποφάσισε τελικά να ανοίξει το στόμα της για να μιλήσει κι’ όχι να μασήσει. «Τι συμβαίνει Αργύρη; Γνωρίζεστε με τον Andrew;», πετάχτηκε- αν είναι δυνατόν ποτέ να πεταχτεί μια φάλαινα.
«Όχι ακριβώς. Δεν ξέρω, αλλά…» Συνειδητοποίησα ότι έκανα λάθος. Έμοιαζε, αλλά δεν ήταν ο νταλικιέρης μου. Ο δικός μου νταλικιέρης πρώτον θα με είχε αναγνωρίσει κι’ αυτός και δεν θα έκανε την πάπια και, δεύτερον, δεν ήταν gay. Τούτος εδώ ήταν, μάλλον, gay. Όσο gay είναι κάποιος που, ακριβώς μετά τη στιχομυθία μας, τον πλησιάζει ένας ψηλός, ξανθός τύπος με μουστάκι και τον αγκαλιάζει. Προστατευτικά μεν αλλά όχι φιλικά, καταλαβαίνετε τώρα. Του έπιασε και τον κώλο, είμαι σίγουρος ότι το είδα αυτό. Ο πρωί- νταλικιέρης- το βράδυ- μπάρμαν ανταπέδωσε την τρυφερότητα του ψηλού ξανθού με το μουστάκι και μετά με κοίταξε. Δεν μου φάνηκε και τόσο φοβισμένος. Ποιος ξέρει τι έχει δει κι’ αυτός εκεί στα ξένα που πηγαίνει για να μεταφέρει μπρόκολα και ραδίκια. Α, ξέχασα. Δεν είναι νταλικιέρης. Ντάξει.
Ο dj το γύρισε σε λάτιν.
«Βλέπω ότι έχεις ένα μικρό πρόβλημα προσαρμογής, ε;», είπε η Εύα.
Αν έχω λέει. Από τότε που γεννήθηκα.
«Κοίτα Ευούλα. Καιρός είναι να μάθω κι’ εγώ τι κάνουμε εδώ μέσα. E;», απάντησα εκνευρισμένος. «Εσύ. Ένα ουίσκι με ένα πάγο. Χέιγκ», φώναξα σ’ αυτόν που δεν ήταν ο νταλικιέρης. Μου το ετοίμασε σχεδόν αμέσως. Είχα τσατιστεί. Με όλα.
Κι’ όταν εγώ τσατίζομαι, το τελευταίο πράγμα που θέλω να δω είναι τον Ηλία να έχει ξεκουμπώσει το πουκάμισό του και να τρίβεται, χορεύοντας ένα μίγμα τσιφτετελιού και σάμπας, στον πισινό της δίδυμης που, από την αρχή της βραδιάς, μου ανήκε. Με το ένα του χέρι κρατούσε βότκα- αγιαστούρα. Η Μαρία κούναγε τον πισινό της με λατινινοαμερικάνικη άνεση και ελληνομπουζουκτσίδικη ξετσιπωσιά. Ήθελε δεν ήθελε, λίγη βότκα το λευκό, μικροσκοπικό, φορεματάκι της την είχε πιει πάντως. «When bouzouki met Shakira», Ηλιογραφία σε γαλάζιο χαλάκι, 90×60×90 cm.
Μου ‘ρθε να του τον φορέσω κολάρο.
Ο Andrew με κοίταξε με ύφος αποικιοκράτη μπάρμαν. Ο ψηλός ξανθός με το μουστάκι – το αμόρε του καλέ- με κοίταξε με ύφος λιγούρη αποικιοκράτη, στενότατου «φίλου» αποικιοκράτη μπάρμαν. Τους αγνόησα. Απέσυρα μάλιστα τελείως και το βλέμμα μου από το χορευτικό υπερθέαμα του Ηλία και της Μαρίας, κάνοντας την κλασσική, αντρική σκέψη: «έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι, μια γκόμενα είναι, σιγά». Απέτυχα. Πιο εύκολα κοροϊδεύεις τον εαυτό σου παρά το πουλί σου. Θα μπορούσα, βέβαια, να σκεφτώ «έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι, ένας μαλάκας είναι, σιγά», αλλά, δεδομένου του γεγονότος ότι δεν θεωρούσα και τον εαυτό μου πολύ καλύτερο εκείνη τη χρονική στιγμή, δεν το σκέφτηκα. Η Εύα με κοίταξε με ύφος «έφαγα και είμαι έτοιμη να τα πούμε». Εγώ παρέμενα τσατισμένος. Σκέφτηκα ότι εντάξει, θα πήδαγα την άλλη. Δίδυμες ήταν, κι’ όμως αυτή μου άρεσε πιο πολύ. Δεν ξέρω γιατί. Χημεία. Κάπου έχω διαβάσει ότι οι άνθρωποι μυρίζουν αρώματα, μόνο που δεν τα μυρίζουν, αλλά οι μυρωδιές πάνε στον εγκέφαλο κατευθείαν και αν σου αρέσει η μυρωδιά αυτή, δηλαδή αν αρέσει στον εγκέφαλό σου, τότε σου αρέσει ο άλλος. Κάπως έτσι. Ε, μπορεί να μου άρεσε η μυρωδιά αυτή της Μαρίας περισσότερο από της Μάρθας. Καταλαβαίνετε.
«Αργύρη, σου είπα ότι οι περισσότεροι με θεωρούν την πιο άσχημη γυναίκα που έχουν δει ποτέ και ότι αυτός είναι ο λόγος που με πήραν στην N.J. Εντάξει;», είπε η Εύα.
Συμφώνησα κουνώντας το κεφάλι. Το δικό μου.
«Λοιπόν, εγώ είμαι μέλος της N.J γιατί είμαι τόσο άσχημη. Δουλειά μου είναι να με βλέπουν οι άλλες γυναίκες και να αισθάνονται όμορφες σε σύγκριση μ’ εμένα».
«Οι άλλες γυναίκες της N.J;», ρώτησα και, σκέφτηκα ότι ως άντρας ήμουν πιο όμορφος ως γυναίκα απ’ ότι η Εύα, η οποία, ως γυναίκα, ήταν και πιο άσχημη ως άντρας από εμένα. Δηλαδή ήμουν και ως άντρας και ως γυναίκα πιο ωραίος από την Εύα.
«Όχι. Οι άλλες γυναίκες όλου του κόσμου», απάντησε. Είχα μπερδευτεί. Δηλαδή;
«Όλοι στην N.J κάνουμε κάτι για να βοηθάμε τους άλλους, με διάφορους τρόπους. Αρκετά ιδιαίτερους τρόπους, θα έλεγα», συνέχισε η Εύα. Αυτό το θα έλεγα δεν το έχω καταλάβει ποτέ ως έκφραση. Τι θα έλεγες αφού μόλις το είπες; Τέλος πάντων. Ρούφηξα μια γουλιά ουίσκι και ήμουν Μπουλάς. Όλος αυτιά.
«Συνέχισε», είπα όχι και τόσο ήρεμα και ευγενικά.
«Ο σύζυγός μου μάλιστα είναι ωραίος, πολύ πιο πλούσιος από εμένα και καλλιεργημένος. Αυτό βοηθάει ακόμα περισσότερο την φιλανθρωπική μου δράση, θα έλεγα», συνέχισε. Άντε πάλι το «θα έλεγα». Σκέφτηκα να το βγάλω από την αφήγηση, αλλά, αγαπητέ αναγνώστη, οφείλω να παραμείνω όσο πιο πιστός μπορώ. Η Εύα συνέχισε.
«Βλέποντας εμένα, μια κακάσχημη γυναίκα να είναι παντρεμένη μ’ έναν άντρα σαν κι’ αυτόν, τονώνονται ακόμα περισσότερο. Ωραίο δεν είναι;». Το βρήκα απαίσιο. Για καθαρά εγωιστικούς λόγους. «Είστε πολλές;», ρώτησα.
«Η N.J έχει αυτή τη στιγμή 49 μέλη, γυναίκες είναι οι 22».
«Εννοώ αν υπάρχουν κι’ άλλες που κάνουν αυτό που κάνεις εσύ».
«Φαντάζομαι πως ναι. Αλλά ασυναίσθητα», απάντησε.
Μάλιστα. Πολύ απαίσιο.
Δηλαδή βλέπουν τα γκομενάκια την πατσαβούρα και αισθάνονται όμορφες. Πολύ πιο όμορφες από αυτή. Μετά τη βλέπουν και με τον ωραίο-επιτυχημένο-πανέξυπνο-πλούσιο-καλλιεργημένο και, με μιας, τα στάνταρ τους εκτοξεύονται στην στρατόσφαιρα. Εκεί που δεν βρίσκονται τύποι σαν κι’ εμένα, δηλαδή. Δεν της είπα αυτά που σκέφτηκα. Δεν ήθελα να την αποπάρω, τώρα που είχα αρχίσει να μου τα λέει όλα. Έκανα όμως την πιο επίκαιρη ερώτηση:
«Τι σημαίνει N.J;»
«Α, τίποτα το σημαντικό. No Jobs», απάντησε.
«Είστε και κατά της εργασίας;», ρώτησα ο άνεργος.
«Όχι. Απλά δεν δουλεύει κανένας από εμάς. Δεν χρειάζεται. Είμαστε όλοι οικονομικά ανεξάρτητοι».
«Πλούσιοι δηλαδή».
«Ναι, μπορείς να το πεις κι’ έτσι».
«Δηλαδή και ο Andrew είναι ένας πλούσιος μπάρμαν;»
«Όχι, δικός μας είναι. Ο Andrew πηγαίνει σε μπαρ και κάνει παρέα σ’ αυτούς που τα πίνουνε και είναι μόνοι τους. Τον βάλαμε μπάρμαν σήμερα γιατί ξέρει από ποτά».
«Δεν είναι Άγγλος;».
«Καλά το παίζει ε; Όχι καλέ. Τι Άγγλος. Στην Πολιτεία γεννήθηκε».
Ε ναι. Πού αλλού.
«Εντάξει. Αλλά… πώς ο άντρας σου…»
«Πώς παντρεύτηκε μια κακάσχημη σαν κι’ εμένα;»
«Ναι…».
«Έρωτας», με αποστόμωσε και μ’ άφησε μαλάκα. Όπως ήμουν και πριν. «Είναι κι’ αυτός μέλος της N.J. Εγώ τον έβαλα. Θα στον γνωρίσω τον Μάικ αργότερα». Σκέφτηκα ότι κινδύνευα να ερωτευτεί ο Μάικ κι’ εμένα. Σιγά, τι μου έλειπε δηλαδή. «Εισοδηματίας είναι», συνέχισε η Εύα. «Έχει έξι πολυκατοικίες και τρία μπαράκια. Στο ιρλανδέζικό του μπορεί να έχεις πάει».
Είχα πάει.
«Ε, έτυχε να είναι εκεί εκείνη τη βραδιά, τραγούδησα καραόκε, μ’ άκουσε και μπαμ!», είπε ονειροπολώντας η ανάφτρα όρκα. Την είχε ακούσει ο Μάικ εκείνη τη βραδιά. Όντως.
«Σ’ ερωτεύτηκε με το που σε άκουσε ε;», διέκοψα εγώ, προσπαθώντας να μην φανώ σαρκαστικός. Δεν τα κατάφερα.
«Όχι. Έπεσα κατεβαίνοντας από τη σκηνή. Πάνω σε ένα ζευγάρι», αυτοσαρκάστηκε με χαρακτηριστική ευκολία η Εύα.
«Και;». Ήθελα να ρωτήσω το προφανές,- έζησαν;- αλλά κρατήθηκα.
«Ε, ο Μάικ ήρθε να με σηκώσει με κάποιους άλλους και κάπως έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας». Και μπρατσαράς ο Μάικ. Ωραία η ζωή ρε. It isn’t over till the fat lady sings.
«Ποιο τραγούδι τραγούδησες;».
«Το “it’s raining men”», απάντησε.
Αλληλούια. Όχι για το τραγούδι. Είδα τον Ηλία να ξεκολλάει επιτέλους από τη Μαρία και αυτή να μιλάει με μια παρέα, όλο γυναίκες. Ο dj το γύρισε σε eighties πάλι. Τεράστια δεκαετία. Πρέπει να κράτησε είκοσι χρόνια. Τουλάχιστον.
Σκέφτoμαι διάφορα πράγματα. Αδιάφορα για εσάς, ίσως. Τότε για παράδειγμα που έκανα σκοπιά στη Λήμνο και μου έκανε έφοδο ο Πάνος. Ψάρακας εγώ. Πάλιουρας αυτός.
«Αλτ, τις ει;»
«Δεν βλέπεις;», συνέχιζε να περπατάει προς το μέρος μου.
«Αλτ, τις ει;», είπα εγώ. Προβλεπόμενος.
«Κοίτα να δεις φιλαράκι. Ένα έχω να σου πω. Το Άλφα του Κενταύρου δεν είναι Άλφα. Είναι Βήτα», είπε λες και αποκάλυψε κάποια παγκόσμια συνωμοσία.
Αν υπήρχαν πέντε πράγματα που θα μπορούσε κάποιος να μου πει εκείνη την ώρα για να βγω τελείως από τη νοοτροπία του φιλάω σκοπιά και είμαι ψάρι και πρέπει να τα κάνω όλα σωστά, ο Πάνος είχε πει το ένα. Ακολούθησε και το δεύτερο:
«Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, οι Μποργκ ετοιμάζονται να ισοπεδώσουν το γαλαξία μας. Τι να σου κάνει και ένα G3;».
Γέλασα. Γέλασε κι’ αυτός. Γελάσαμε. Υπέγραψε στο χαρτάκι της εφόδου και κάναμε και ένα τσιγάρο. Σκέτο. Μετά κάναμε και άλλα τσιγάρα, και άλλα γέλια. Γίναμε φίλοι. Μετά γίναμε και κολλητοί. Πολύ μετά σκοτώθηκε με τη μηχανή. Έτσι είναι αυτά. Έρχονται οι Μποργκ και σου γκρεμίζουν το γαλαξία σου. Χάνεις φίλους, γυναίκες, δουλειές. Τι να σου κάνει και ένα G3 και όλες οι πυρηνικές βόμβες μαζί; Τίποτα. Απορώ πώς ορισμένοι νομίζουν ότι τα όπλα μπορούν να αποτρέψουν τους Μποργκ. Προσωπικούς και μη. Είναι, τουλάχιστον, γελοίοι και επικίνδυνοι που το νομίζουν αυτό. Χαλάκι.
«Παρακαλώ, την προσοχή σας», ακούστηκε από τα ηχεία. Tα eighties σταμάτησαν. Γύρω στο ’90. Κόπηκαν στη μέση δηλαδή. «Ξεκινάει ο μεγάλος μας διαγωνισμός!»
«Ωραία!», ενθουσιάστηκε η Εύα. Την φαντάστηκα να κάνει και επιτόπια αλματάκια, α λα Κάντυ- Κάντυ.
«Τι διαγωνισμός;», τη ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Κανένας δεν ξέρει, εκτός από δύο άτομα στην N.J».
Μ’ αρέσουν οι διαγωνισμοί γιατί μου προσφέρουν μια κάποια σταθερότητα στην ζωή μου. Δεν κερδίζω ποτέ. Σκέφτηκα ότι αν κέρδιζα κάποτε θα πανικοβαλλόμουν.
Η ώρα είχε πάει κοντά έξι και μου καρφώθηκε η φρικτή υποψία ότι είχα ξεχάσει το θερμοσίφωνα στο σπίτι. Όντως, δεν τον είχα πάρει μαζί μου. Ήταν όμως ανοιχτός; Κι’ αν ήταν τι σήμαινε αυτό για μένα και τη σπιτονοικοκυρά μου; Ερωτήματα τα οποία έμελλε να απαντηθούν αργότερα, μαζί και με αρκετά άλλα, πιο κρίσιμα, όπως, π.χ, το γιατί γίνονται πόλεμοι και το γιατί εξαφανίστηκαν παλιές και αγαπημένες λέξεις, όπως π.χ το «σπορτέξ». Το πού πήγαν, σας το λέω από τώρα. Εκεί που θα πηγαίναμε, υποτίθεται, κι’ εμείς. Στη Νήσο Ψ, φυσικά. Γλυκούλη.
ορεξάτος γύρισες!αντε, συνέχισε με τον αργύρη,σ’το’χα πει ότι είναι γκραν σουξέ. α..και όποτε μπορείς, τα λέμε
ε και ποιος εισαι συ ντε?
διαβάζεται μονορούφι, όπως ρουφάς το μισοάδειο ποτήρι ουίσκυ με τον λειωμένο πάγο, και το φως του φεγγαριού σε μια φωτεινή νύχτα…
Την ατάκα “τεράστια δεκαετία, πρέπει να κράτησε τουλάχιστον είκοσι χρόνια” την θυμάμαι απ’ το 2006 και την έχω κλέψει ξεδιάντροπα πολλές φορές στην καθημερινή μου ζωή…
Κι εγώ επίσης. Το “τεράστια δεκαετία τα 80ς, πρέπει να κράτησε τουλάχιστον 20 χρόνια” το έχω κυκλοφορήσει αρκετά σαν ατάκα. Ακόμα περισσότερο όμως το “μπουζούκια και χωρισμοί – λαϊκά, κιθάρα και χωρισμοί – έντεχνα, ηλεκτρική κιθάρα και χωρισμοί – ΗΙΜ”! Μια μέρα ίσως κάποιος σου πει μια ατάκα που άκουσε κάπου και στην πραγματικότητα θα την έχεις βγάλει εσύ και απλά θα έχει κυκλοφορήσει τόσο πολύ!Αίσθηση πλήρους αναγνώρισης…
Έχω ναυτία. Την ναυτία που νιώθεις όταν σου παίρνουν κάτι που το νιώθεις πολύ δικό σου.
Αλλά έχω και μια θεόρατη επιθυμία να το παίξω γυναικούλα. Πρακολούθα.
“Έχω τη φρικτή υποψία ότι αν δεν τελειώσω την αφήγησή μου δεν θα συνεχιστεί και η ζωή μου.”
Έχω μια φρικτή υποψία ότι αν δεν τελειώσω την ανάγνωσή μου δεν θα συνεχιστεί και η ζωή μου. Εγώ δηλαδή τώρα τι μπορώ να το κάνω αυτό? Ε? Σαν καλό μαθητούδι, διάβαζα και διάβαζα, δεν σήκωσα κεφάλι. Ε και τώρα? Τι να κάνω τώρα? Να πάω να αλλάξω σεντόνια και τέλος? Ε? Που είναι το τέλος που υποσχέθηκες? Έχεις και υποχρεώσεις φίλε, μην το παίζεις κινέζος. Ξεκινάς να ταΐζεις την φαμίλια και μετά δι εντ? Δεν είσαι σωστός.
Θα μου πεις, ας μην είχες ξεκινήσει να διαβάζεις darling. Σωστό. Ξεκίνησα. Και λοιπόν?
Δηλαδή αν εσύ τώρα γνωρίσεις καμιά γκόμενα και φτιαχτείς, του Holy Dick ανήμερα θα ξαναδιαβάσουμε. Και ξέρεις δεν έχεις και καμιά σπουδαία διαφορά από τις ξανθιές, δίδυμες με τα μεγάλα βυζιά, που τελικά δεν κάθονται να τις πηδήξεις. Χιούμορ, κάτι έξυπνες περιγραφές και κάτι γοητευτικές ατάκες τύπου “τεράστια δεκαετία τα 80ς, πρέπει να κράτησε τουλάχιστον 20 χρόνια” -ψαρώνω- και μετά εντ οφ στορι. Το πήδημα μια άλλη φορά.
Ωραίος τύπος είσαι ρε Αργύρη.
Για ένα πράγμα μόνο μπορώ να στα συγχωρήσω.
Γιατί σκοτώθηκε ο Πάνος. Και γιατί σκοτώθηκε με μηχανή.
—————–
Το ενοίκιο θα περάσω να στο πληρώσω από βδομάδα. Νιώθω ήδη καλύτερα.
Αααα ρίξε και λίγο νερό στη γαρδένια σου. Από το μπαλκόνι που κοιτάζω, την βλέπω λίγο μαραμένη τον τελευταίο καιρό.
Έτσι και το κόψεις, θα σε κόψω σα σαλάμι
Το sequel ισάξιο/καλύτερο του prequel. Καλύτερα κι απ το χόλυγουντ!
εγώ πάντως πιό πολύ απ όλα απολαμβάνω την αναζήτηση των αυτοβιογραφικών στοιχείων, τον πασχάλ’ έσα στο αργύρ’ (ή μήπω τον αργύρ’ μες τον πασχάλ’ ;;;)
Σ;ο))))
Αργείς…
Αργύρη! Αργείς…
Καλά, ρε χαμένο κορμί! μην τού κολλάς κι εσύ τα ένσημα ώσπου να συνεχίσει… Σ;ο)
μη μού τον αγχώνεις τώρα που πήρε ξανά μπρος, λέμε!
TI ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΝΕΑΡΕ;
ΘΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΧΑΡΟΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ!
Και μετά και μετά;
Epitelous o agwnas mou dikaiwnetai…
SAVE ARGYRHS…SAVE ARGYRHS…SAVE ARGYRHS…SAVE ARGYRHS…SAVE ARGYRHS…
αγαπάω Aργύρη. περιμένω με ανυπομονησία τη συνέχεια. ό,τι και να πω για σενανε είναι λίγο. άντε γράψε. άντε άντε!
Σιγά- σιγά, υπομονή ντε!
(δεν απαντάω στον καθένανε ξεχωριστώς, αλλά εννοείται ότι γουστάρω να κάνετε σχόλια)
Η υπομονή είναι αντίθετη της δικής σας γοητείας, EXEI όρια ντε!
(Εμείς πάλε γουστάρουμε να απαντήσετε στον καθένανε ξεχωριστώς.)