Αργύρης (παρτ σιξ)
ΕΑΠ
Μερικές φορές κάθομαι και σκέφτομαι… και όσο και να προσπαθώ να το δεχθώ και να το καταπιώ αμάσητα, απλά δεν γίνεται. Αντιδρά η λογική μου. Πόσα πολλά πράγματα έχουν φτιαχτεί σε αυτόν τον κόσμο και είναι όλα τους ΕΑΠ;
Εξαιρετικά Ανεμοδαρμένη Περιοχή
Εντελώς Άμυλο Πατάτας
Εσύ Από Ποτέ;
Επισφαλώς Αναμαλλιασμένος Παίδαρος
Ελαφρώς Ατσουμπάλη Παρέλαση
Σύμπτωση; Δεν το νομίζω.
Ένας κάποιος είχε ανέβει στη θέση του dj και μιλούσε στο μικρόφωνο. «Ησυχία παρακαλώ. Οι όροι του μεγάλου μας διαγωνισμού είναι οι εξής: θα κερδίσει αυτός που έχει πάνω του τα περισσότερα χαρτονομίσματα. H αξία δεν μετράει, μόνο το πλήθος των χαρτονομισμάτων. Το έπαθλο θα ανακοινωθεί μαζί με το νικητή». Δεν φάνηκε να παραξενεύτηκε κανείς. Λες και έπαιρναν μέρος σε τέτοιου είδους διαγωνισμούς κάθε μέρα.
Σκέφτηκα ότι είχα πάνω μου σαράντα ευρώ, δύο εικοσάρικα. Στο σπίτι είχα άλλα εκατό και στην τράπεζα άλλα είκοσι. Σύνολον εκατόν εξήντα.
Μετά σκέφτηκα αυτό που κάνει ο Ηλίας συνήθως: κουβαλάει μαζί του πολλά λεφτά, τουλάχιστον τετρακόσια ευρώ, σε πεντάευρα και δεκάευρα. Για να κάνει μεγαλύτερο εφέ, όταν βγάζει το μάτσο να πληρώσει. Μεγάλο καμάκι ο Ηλίας.
Είδα την Εύα να βγάζει- απογοητευμένη- τρία πεντακοσάευρα από ένα πορτοφολάκι που μέχρι τώρα αναπαυόταν στις πλούσιες πτυχώσεις του φορέματός της. Μια γκόμενα πιο πέρα- νοστιμούλα- έβγαλε καμιά εικοσαριά κατοστάευρα. Όλοι κρατούσαν λεφτά.
«Παρακαλώ ελάτε ένας- ένας να μετρήσουμε τα χαρτονομίσματά σας». Είδα τον Ηλία να κρατάει το μάτσο δεκάευρα και πεντάευρα.
Για κάθε έναν που περνούσε από την καταμέτρηση, ανακοινωνόταν και το νούμερο των χαρτονομισμάτων του και έπαιρνε ένα χαρτάκι, με τον αριθμό συμμετοχής.
5,12,11, 20, 7, 16, 2, 9, 19, 50, 32,4, 8, 7, 11, 12, 16, 8, 6, 10, 20, 13, 9, 20, 15, 5, 4, 19, 28, 15, 5, 17.
Το «50» ήταν του Ηλία του Περιπτερά. Ο Ηλίας ήταν πράγματι περιπτεράς. Κατά το ήμισυ. Ο άλλος μισός ήταν αργόσχολος. Και ολόκληρος ένας καρμίρης, όπως σας έχω πει. Εκείνη τη νύχτα θα με διέψευδε, ως προς το τελευταίο τουλάχιστον.
«Νικητής το νούμερο 10. Παρακαλώ να έρθει για να παραλάβει το δώρο του», είπε το λουλουδάτο πουκάμισο.
Ο Ηλίας, που ποτέ, επαναλαμβάνω, δεν ήταν κολλητός μου, ανέβηκε ψιλοτρεκλίζοντας στο βάθρο του dj. Πήρε, χωρίς να ρωτήσει, το μικρόφωνο και το καλύτερο ύφος που μπορούσε να πάρει, δεδομένων και των βαθμών αλκοόλ που συνωστιζόντουσαν στις φλέβες του. «Ευχαριστώ την οικογένειά μου γιατί χωρίς αυτούς δεν θα έφτανα ποτέ εδώ που έφτασα. Επίσης, ευχαριστώ τη μαμά μου, το μπαμπά μου, την αδερφή μου. Και τη Σούλα. Σούλα, αν μ’ ακούς, να ξέρεις ότι σε ξεπέρασα». Οινοπνευματώδες παραλήρημα ο Ηλίας. Η Σούλα ήταν η πρώτη μεγάλη αγάπη του Ηλία. Τον παράτησε όταν ήταν 26 χρονών. Αυτή ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερη. Δεν την έλεγες ωραία, αλλά δεν την έλεγες και άσχημη. Ο Ηλίας πάντως την έλεγε, συχνότατα, «πουτάνα», από τότε που τον παράτησε. Πιο πριν την έλεγε «κοριτσάρα μου».
Η Σούλα έχει σήμερα κομμωτήριο. Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το κάρμα του ονόματός της. Βέβαια, το πιστεύω αυτό. Σε λένε Γιακουμή; Θα γίνεις οικοδόμος. Σε λένε Υάκινθο; Θα γίνεις μόδιστρος. Σε λένε Γιώτα; Όχι, δεν σε λένε Γιώτα.
Το κοινό έδειχνε εκστασιασμένο. «Ζήτω», «μπράβο» και τέτοια. Μεγάλες στιγμές. Ο Ηλίας πήρε φόρα. Ρούφηξε λίγη βότκα λεμόνι, πήγε να πέσει από το βάθρο, κρατήθηκε την προτελευταία στιγμή και συνέχισε την ομιλία του:
«Ζούμε σε δύσκολους καιρούς. Οι δύσκολοι αυτοί καιροί μας δημιουργούν ένα σωρό δυσκολίες». «Σωστός», «πες τα» και τέτοια οι από κάτω της N.J. Εγώ ήμουν έτοιμος για τα χειρότερα, όπως πάντα.
«Πριν δυο μέρες έκατσα και σκέφτηκα γιατί γίνονται πόλεμοι. Γιατί σκοτώνονται εκεί κάτω στο Λίβανο. Σκέφτηκα πάρα πολύ αλλά το βρήκα και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας». Ο τόνος της φωνής του κατέβηκε λίγο, όπως άρμοζε στην τεράστια γνώση που θα έπεφτε στα ανυποψίαστα κεφάλια όλων μας.
«Για όλα φταίνε….». Σασπένς. Αγωνία. Κρεμόμασταν όλοι από τον Ηλία Τσόμσκι.
«Φταίνε λέω…»
Όλα τα μάτια στον Ηλία. Παγώνι ο Ηλίας.
«Φταίνε κάτι μαλάκες σαν κι’ εσάς που περιμένουν απαντήσεις για σοβαρά θέματα από μαλάκες σαν κι’ εμένα!», είπε και χαμογέλασε, εμφανώς ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Αυτοικανοποιημένος.
Το κοινό μούδιασε. Σαν να μην ήθελε να αντιδράσει κανένας, πριν δει κάποιον άλλον να αντιδράει, για να τον ακολουθήσει ή να μην τον ακολουθήσει. Ψυχολογία της μάζας. Αυτό σκέφτηκα και άρχισα να χειροκροτώ. Κλαπ κλαπ εγώ. Κλαπ κλαπ και η Εύα πιο δίπλα. Κλαπ κλαπ και οι Μάρθα και Μαρία. Κλαπ κλαπ οι μπουφέδες, κλαπ κλαπ οι καρέκλες, κλαπ κλαπ το γαλάζιο χαλί. Χαλάκι. Κλαπ κλαπ το ροζ εσωτερικό γιοτ. Δεν ήταν απλό χειροκρότημα. Ήταν χειροαυτισμός. Ήταν οι Κουβανοί στα γενέθλια του Κάστρο, ήταν οι γαύροι στην ανακοίνωση μεταγραφής του Ρονάλντο, ήταν οι συνταξιούχοι που πήραν αύξηση 30%, κλαπ κλαπ, And the city is Athens, Euroθρίαμβος, Ηλίας For President, μεγάλες στιγμές, κάτι καινούριο είχε μόλις ξεκινήσει που κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει την εξέλιξή του και την επίδρασή του στο παγκόσμιο στερέωμα. Σαν την πρώτη δημόσια εμφάνιση της Έφης Θώδη, ένα πράγμα.
«Είστε όλοι μαλάκες!», ούρλιαξε ο Ηλίας ο Βωμολόχος.
Επευφημίες από κάτω. Μεγάλη η χάρη Του. «Μα τι καλά που τα λέει», άκουσα την Εύα.
«Και πιο μαλάκας απ’ όλους είναι ο φίλος μου ο Αργύρης», είπε ο Ηλίας και με έδειξε με το ποτήρι βότκα- λεμόνι.
Τα μάτια έφυγαν από τον Ηλία και ήρθαν σ’ εμένα. Απρόσκλητα. Τελικά ο Ηλίας μπορεί να είχε και δίκιο. Αισθανόμουν, πράγματι, ο πιο μαλάκας απ’ όλους εκείνη τη στιγμή.
«Είναι o πιο μαλάκας», συνέχισε ο Ηλίας, «γιατί γουστάρει τη Μαρία και δεν της την πέφτει χύμα. Του την πέφτει μόνο αυτή». Το ποτήρι έδειξε τη Μαρία.
Τα μάτια μια πήγαιναν στη Μαρία και μια σ’ εμένα. Περίμεναν μια αντίδραση, κάτι. Τα ικανοποίησε η Μαρία. Ανέβηκε και πήρε το μικρόφωνο από τον Ηλία:
«Όταν φτάσουμε στη Νήσο Ψ σκοπεύω να πηδηχτώ με τον Αργύρη τόσο καλά που θα μας ακούσετε όλοι», είπε η όμορφη ξανθιά με τα μεγάλα βυζιά.
Κλαπ κλαπ από κάτω. Κλαπ κλαπ κι’ εγώ. Κλαπ κλαπ όλο το γιοτ για τον Αργύρη που θα πήδαγε με το που θα έφτανε στη Νήσο Ψ.
Η Μαρία συνέχισε. Δυστυχώς.
«Γιατί εμείς στην N.J βοηθάμε τους συνανθρώπους μας» και μου έριξε ένα βλέμμα όλο σεξουαλική συμπόνια. Χαμός. Κλαπ κλαπ όλοι. Εκτός από εμένα. Αυτό έλειπε, να λέει μια γκόμενα ότι θα μου κάτσει για φιλανθρωπικούς λόγους κι’ εγώ να βαράω παλαμάκια. Γίνεται;
Ο Ηλίας έδειχνε πλέον δυσαρεστημένος που οι προβολείς της δημοσιότητας είχαν στραφεί κι’ αλλού:
«Τι κέρδισα;», φώναξε στο λουλουδάτο πουκάμισο.
«Ορίστε, και τι κατάλαβες τώρα; Δεν κέρδισες τίποτα και βγήκες και μαλάκας από πάνω», είπε ο Πάνος.
Καθόμασταν οι δυο μας στο μπαλκόνι του σπιτιού του στο Γαλάτσι- αρκετά μεγάλο δυάρι και με γκαράζ για τη μηχανή. Πίναμε φραπέ. Καλοκαιράκι ήταν. Εγώ κοίταζα το δρόμο, τα αυτοκίνητα. Ο Πάνος είχε δίκιο. Δεν έπρεπε να πάρω τηλέφωνο στη Γιώτα. Δεν έβγαζε πουθενά. Ήταν μια από αυτές τις κουβέντες που κάνουν οι πρώην εραστές στο τηλέφωνο και ο ένας γουστάρει ακόμα και ο άλλος δεν γουστάρει πια και αυτός που γουστάρει προσπαθεί να πιαστεί από μια λέξη ή έστω μια αλλαγή της χροιάς στη φωνή αυτού που δεν γουστάρει για να συνεχίσει να ελπίζει και αυτός που δεν γουστάρει πια δεν θέλει να δώσει ψεύτικες ελπίδες αλλά δεν θέλει και να στενοχωρήσει αυτόν που γουστάρει. Πάνε κάπως έτσι όλες αυτές οι κουβέντες:
«Τι κάνεις, καλά;»
«Μια χαρά, εσύ;»
«Καλά μωρέ. Σε σκεφτόμουν σήμερα και είπα να πάρω».
«Καλά είμαι, μην ανησυχείς για μένα».
«Θες να πάμε για κανέναν καφέ;»
«Δεν νομίζω ότι είναι καλό για σένα σ’ αυτή τη φάση».
Κλπ, κλπ. Μέχρι που αυτός που γουστάρει κλείνει το ακουστικό και αυτός που δεν γουστάρει κλείνει το ακουστικό, ο ένας ή ο άλλος πρώτος, δεν έχει σημασία, και η σχέση έχει κλείσει το ακουστικό της εδώ και καιρό και το τουτ-τουτ που ακούγεται ενοχλεί τον έναν πολύ και τον άλλον πολύ λιγότερο. Ή καθόλου. Τουτ- τουτ.
Κάπως έτσι πάνε όλοι αυτοί οι διάλογοι. Τελικά οι ερωτικές σχέσεις είναι το μεγαλύτερο κλισέ στην ιστορία της ανθρωπότητας που δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί ως κλισέ. Κρυφοκλισέ. Α, και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία γιατίείναι τελευταία. Γι’ αυτό.
«Δίκιο έχεις ρε, αλλά…», είπα στον Πάνο.
Αυτός ρούφηξε λίγο φραπέ. Μετά πήρε το ένα ποτήρι νερό και με μπουγέλωσε, παραμένοντας σοβαρός όπως πριν. Δεν γέλασα. Ούτε σκούπισα το νερό. Δεν γύρισα καν να τον κοιτάξω, συνέχιζα να κοιτάζω κάτω. Τα αυτοκίνητα. Ένα άουντι άλφα τέσσερα, ένα φίατ μπράβια, ένα τογιότα γιάρις. Είχε δίκιο.
«Δεν έχει αλλά ρε μαλάκα. Έχει άλλα. Κατάλαβες; Άλλα. Μια αλλαγή τονισμού είναι. Εύκολο. Θα δεις. Κόψε μόνο αυτά τα σκατοτηλεφωνήματα. Σε χαλάνε ρε, δεν καταλαβαίνεις;». Ο Πάνος με βοήθησε πολύ σ’ εκείνη τη φάση με τη Γιώτα. Αυτός και ο Άγιος Συνδετήρας.
Θυμάμαι ακριβώς το σκηνικό. Στο γραφείο, Παρασκευή απόγευμα. Δουλειά από αυτή που ξέρεις ότι θα σου τελειώσει μόλις αποφασίσεις να ασχοληθείς σοβαρά μαζί της.
Εγώ κομμάτια. Εδώ και μια βδομάδα. Λόγω της Γιώτας. Στο μυαλό μου η σκηνή που σας έχω περιγράψει, να πηδιέται με κάποιον άλλον, σ’ έναν καναπέ σαν τον δικό μου και δίπλα ένα γαλάζιο χαλάκι με τη γάτα μου επάνω. Οι δυσάρεστες σκέψεις συνεχώς κολλημένες σαν στάχτη στον εγκεφαλικό μου φλοιό. Περίμενα να περάσει ο χρόνος και να τις καθαρίσει. Είχα σταματήσει και τα ανούσια τηλέφωνα.
Ανοίγω το πρώτο συρτάρι για να βρω έναν συνδετήρα. Καθώς πάω να τον χρησιμοποιήσω, μου τρυπάει το δάχτυλο. Τρέχει λίγο αίμα. Ο πόνος σαφής. Και όχι μόνο. Κατάφερε να με κάνει να σταματήσω να τη σκέφτομαι προς στιγμήν.
Ξάφνου, ο συνδετήρας αγιοποιήθηκε στα μάτια μου. Τον κοίταξα με ευγνωμοσύνη και τον φύλαξα στο μικρό τσεπάκι του τζιν, αυτό που έχει σχεδιαστεί για να βάζεις τον αναπτήρα σου.
Από τότε, και για ένα μήνα, όποτε τη σκεφτόμουν αφόρητα, τρυπιόμουν με τον άγιο συνδετήρα της λήθης. Τα σημάδια που μου άφησε πολλά. Αυτά που άφησε εκείνη λιγότερα. Ευτυχώς.
Ξεφεύγω από το θέμα της ιστορίας μου, θα μου πείτε, που είναι το πώς ξεφύγαμε με τον Ηλία. Δεν με νοιάζει. Έτσι είμ’ εγώ. Δεν με νοιάζει πια. Γιατί η ιστορία μου είμαι εγώ. Εκεί έχω καταλήξει. Η ιστορία σου είσαι εσύ. Η ιστορία του είναι αυτός. Η ιστορία μας είμαστε εμείς. Η ιστορία του ενός έχει και τον άλλον μέσα ή δεν τον έχει, παράλληλες ιστορίες, ιστορίες που μοιάζουν, ιστορίες που αναιρούν η μία την άλλη, ιστορίες που γράφονται, δεν γράφονται, λέγονται, δεν λέγονται, αρέσουν, δεν αρέσουν. Δεν έχει σημασία. Είμαστε όλοι μια ιστορία. Μας αρέσουν οι ιστορίες γιατί είμαστε ιστορίες. Αυτές ερωτευόμαστε και όχι τους ανθρώπους. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται γιατί επαναλαμβάνονται και οι άνθρωποι. Δεν αλλάζουν, δεν αλλάζει κι’ αυτή.
Η ιστορία του Πάνου σταμάτησε στην Εθνική Οδό πάνω σε μια μηχανή. Η δικιά μου και η δικιά σας συνεχίζονται. Συνεχιζόμαστε. Το λιγότερο που μπορώ να κάνω για τον Πάνο είναι να τον βάζω στη δικιά μου ιστορία, ακόμα και μετά το τέλος της δικιάς του. Αυτό κάνω. Αυτό θα κάνατε όλοι. Αλλιώς θα ήσασταν ανιστόρητοι.
O αυτός που είχε ανέβει στη θέση του dj πήρε το μικρόφωνο από τη Μαρία που είναι καλό κορίτσι και θα μου καθόταν με το που θα φτάναμε στη Νήσο Ψ. «Το έπαθλο του νικητή μας είναι ένα ρολόι Bulgari, αξίας δέκα χιλιάδων ευρώ», αναφώνησε.
Χειροκροτήματα από κάτω. Έδωσε το κουτάκι στον Ηλία και του έσφιξε το χέρι. Ο Ηλίας φαινόταν κάπως προβληματισμένος. Δεν ήξερα γιατί. Το έμαθα με το που πήγα και του μίλησα:
«Happy;», τον ρώτησα.
«Τι χάπι ρε, άσε, είμαι ήδη ψιλολακόστ από τα ξύδια. Aν πάρω και κουμπί θα λιώσω τελείως».
«Εννοώ αν είσαι ικανοποιημένος από το δωράκι σου ρε».
«Δεν ξέρω. Δεν το είδα ακόμα. Αλλά ρολόι ρε πούστη μου…Σαν να μου κάνουν πλάκα», είπε κουνώντας το κουτάκι στο ύψος των ματιών μου.
«Γιατί ρε; Τόσα λεφτά αξίζει. Πότε θα αγόραζες τέτοιο ρολόι αν δεν το κέρδιζες;», είπα εγώ. «Κι’ αν δεν σ’ αρέσει, πούλα το».
«Τα ρολόγια τα μισώ. Μου θυμίζουν διάφορα».
«Όπως;»
«Όπως το ότι περνάει η ώρα», είπε ο Ηλίας.
«Γι’ αυτό είναι τα ρολόγια».
«Ε, δεν μ’ αρέσει αυτό που κάνουν. Όπως δεν μου αρέσει αυτό που κάνεις κι’ εσύ τώρα».
«Τι κάνω;»
«Ανάκριση».
«Καλά, φεύγω. Δεν έχεις και πολλά κέφια βλέπω».
«Να πας να βρεις το γκομενάκι που είπε ότι θα σου κάτσει κιόλας. Άντε, μου το χρωστάς», είπε και, παραδόξως, δεν φαινόταν να ζηλεύει καθόλου.
«Γιατί η δικιά σου δεν ψήνεται;», είπα εγώ.
«Δεν ξέρω man, άφησα τη δουλειά στη μέση».
«Γιατί ρε καθυστερείς και δεν της την πέφτεις χύμα;», χρησιμοποίησα εγώ την ατάκα του.
«Σκάσε ρε, που θα μου το παίξεις και ρολόι», είπε και γέλασε. «Έχω ρολόι» συνέχισε και άνοιξε το κουτάκι. Ωραίο ήταν, δε λέω. Από αυτά που βλέπεις στα περιοδικά.
«Πάρ’ το», μου είπε.
«Τι λες ρε; Πας καλά; Έχει ένα σωρό λεφτά. Το κέρδισες».
«Πάρ’ το αλλιώς θα το πετάξω στη θάλασσα», είπε. Με κοίταξε με τρόπο που μ’ έκανε να τον πιστέψω. Ο καρμίρης μου είχε μόλις χαρίσει ένα ρολόι αξίας δέκα χιλιάδων ευρώ. Η υποβαθμισμένη περιοχή του Λαυρίου έχασε την ευκαιρία να γίνει κατά δέκα χιλιάδες ευρώ πλουσιότερη. Ο Ηλίας έγραψε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της ιστορίας του. Αν ήμουν ήρωας του Ντίσνεϊ θα έκανα «γλούπ». Δεν ήμουν όμως και δεν είπα τίποτα. Πήρα απλά το κουτάκι, το άνοιξα, φόρεσα το ρολόι και το πέταξα. Το κουτάκι. Σκέφτηκα ότι ήθελε στένεμα. Το ρολόι. Σκέφτηκα επίσης ότι αν το μετάνιωνε αργότερα ο Ηλίας θα του το έδινα πίσω. Δεν το μετάνιωσε, το φοράω ακόμα. Άνεργος, σχεδόν άφραγκος και με ρολόι δέκα χιλιάδων ευρώ.
«Είναι αδιάβροχο στα διακόσια μέτρα. Έτσι γράφει», είπα αντί για ευχαριστώ. Ακούστηκε σαν ευχαριστώ πάντως. Νομίζω.
«Κι’ εγώ είμαι».
«Πώς κι’ έτσι;»
«Ε, ναι. Μέχρι τα δυο- τρία μέτρα βρέχομαι. Στα διακόσια είμαι αδιάβροχος», είπε ο Ηλίας. «Αντηλιακό έχεις;», ρώτησε.
Φυσικά δεν συνηθίζω να βγαίνω τις Παρασκευές κουβαλώντας μαζί μου αντηλιακό, οπότε έγνεψα αρνητικά.
«Και πώς θα κάνουμε ηλιοθεραπεία στη Νήσο Ψ ρε; Θα καούμε».
«Θα δανειστούμε από κάποιον άλλον. Αυτό σε χαλάει;»
«Αυτοί είναι πλούσιοι και χοντρόπετσοι. Εμείς θέλουμε πιο δυνατά αντηλιακά απ’ αυτούς. Δεν μας κάνουν τα δικά τους», απάντησε.
Τελικά ο Ηλίας είχε και τις καλές στιγμές του. Ειδικά όταν είχε πιει λίγο παραπάνω. Ο dj επανήρθε με μουσική ραδιοφώνου. Αυτή που είναι τόσο καινούρια που δεν έχεις προλάβει καν να την ακούσεις κι’ έτσι δεν μπορώ να σας πω ακριβώς τι ήταν. Ωραία ήταν πάντως. Από αυτή που βλέπεις στα περιοδικά και την τηλεόραση.
Το Bulgari έλεγε ότι η ώρα ήταν εφτά το πρωί ακριβώς. Δίκιο είχε.
Τώρα λέει ότι είναι δώδεκα και τέταρτο το βράδυ. Πάω στοίχημα ότι έχει πάλι δίκιο. Όπως και το ένστικτό μου που μου έλεγε ότι από τη Νήσο Ψ δεν θα επιστρέφαμε εμείς αλλά κάποιοι άλλοι. Εμείς δηλαδή αλλά άλλοι, ταυτόχρονα. Τουτ- τουτ. Τικ- τακ. Δεν πάω καλά. Θέλω κούρδισμα.
Έλα Αργύρη Ποτάκι
Ορίστε…
Ολοκλήρωσέ το το τιμημένο, δεν μπορώ να περιμένω.
Μου θυμίζει την αγωνία που βίωνα στις σαιζόν του lost.
“«Τα ρολόγια τα μισώ. Μου θυμίζουν διάφορα».
«Όπως;»
«Όπως το ότι περνάει η ώρα», είπε ο Ηλίας.”
Γαμώ.
αρνούμαι να το διαβάσω…
σε λίγες μέρες ξεκινάει το ΕΑΠ και δεν είμαι ακόμα ψυχολογικά έτοιμη να γυρίσω στα θρανία…
«Φταίνε κάτι μαλάκες σαν κι’ εσάς που περιμένουν απαντήσεις για σοβαρά θέματα από μαλάκες σαν κι’ εμένα!»
Φραση κλειδί … Σε νιώθω
Extremely stimulating. Rock on.
touTESTin
ΕΑΠ;
Εξαιρετικά Ανεμοδαρμένη Περιοχή
Εντελώς Άμυλο Πατάτας
Εσύ Από Ποτέ;
Επισφαλώς Αναμαλλιασμένος Παίδαρος
Ελαφρώς Ατσουμπάλη Παρέλαση
Σύμπτωση; Δεν το νομίζω.
………..
Η Σούλα έχει σήμερα κομμωτήριο. Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το κάρμα του ονόματός της. Βέβαια, το πιστεύω αυτό. Σε λένε Γιακουμή; Θα γίνεις οικοδόμος…
reporjazz είσαι ο καλύτερος.
koukouroukou
Palomaaaaaaaaa…..
Rock me Argyris!
δεν μπορώ να καταλάβω ποιός είναι πιο πολύ για τον πούτσο, εσύ που αναδημοσιεύεις τα παλιά σου ποστ σε στυλ σίκουελ με μεγάλη αγωνία, ή οι αναγνώστες σου που περιμένουν πως και πως τη συνέχεια…
ορίστε:
http://reporjazz.wordpress.com/2006/08/19/%CE%91%CF%81%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%84-%CE%AD%CE%B9%CF%84/
Εσυ ποσα εχεις στην τσεπη right now?
din
τι θα γινει ρε μεγάλε?
μα τι θα γίνει;
Αν σου έτυχε κάτι σοβαρό τότε καλό κουράγιο…
Αλλιώς…
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ.