reporjazz

Αργύρης (παρτ σέβεν)

Posted in Uncategorized by pascal on 10/10/2009

Οι Μποεμβέ

Πήγα και βρήκα τη Μαρία. Μιλούσε μ’ έναν μελαχρινό κύριο που φορούσε t-shirt «Άννα Βίσση». Δεν είχα ξαναδεί t-shirt «Άννα Βίσση». Ήταν, εν ολίγοις, η πρώτη φορά που έβλεπα τέτοιο πράγμα. Δεν ήταν και τίποτα το ιδιαίτερο, βέβαια. Ένα λευκό t-shirt με τη φάτσα της Άννας Βίσση ήταν, που έγραφε «Anna Vissi». Αν είχε τη φάτσα του Χατζηγιάννη θα ήταν ένα t-shirt «Χατζηγιάννης». Αν είχε ένα κροκοδειλάκι θα ήταν ένα t-shirt «Lacoste». Αν είχε και κροκοδειλάκι και τη φάτσα της Άννας Βίσση, αυτό θα σήμαινε ότι η Άννα είχε κάνει διεθνή καριέρα. Μπράβο της. Τη συμπαθώ την Άννα γιατί ταιριάζουμε. Έχω κι’ εγώ ένα t-shirt Rolling Stones, δηλαδή. Η Μαρία φάνηκε ότι χάρηκε που με είδε, εγώ δεν είχα πιστόλι στην τσέπη μου, εκείνη μ’ έπιασε απ’ το χέρι, το πιστόλι έγινε από τριαντοχτάρι σπέσιαλ, σαρανταπεντάρι μάγκνουμ, και είπε:
«Μωρό μου, να σου γνωρίσω τον Βασίλη. Βασίλη, ο Αργύρης».
«Φρόντισε να μας συστήσει σε όλους ο φίλος σου», είπε ο Βασίλης. Μου φάνηκε ότι το είπε λίγο ειρωνικά. Δεν συνηθίζω να δίνω σημασία σε όσους ειρωνεύονται λίγο. Τους βρίσκω δειλούς. Σαν να σε χαστουκίζουν με βαμβάκι. Αν θες να με ειρωνευτείς κάν’ το σωστά. Κότα.
«Χάρηκα για τη γνωριμία Μπιλ», είπα. «Μέλος της N.J κι’ εσύ ε;»
«Ο Βασίλης είναι από τους πιο παλιούς», είπε η Μαρία και μου χάιδεψε το χέρι. «Να σου φέρω ένα ποτό γλυκούλη;», προσφέρθηκε η always πρόθυμη Μαρία.
«Ένα χέιγκ μ’ ένα πάγο. Ευχαριστώ». Η Μαρία κατευθύνθηκε προς τον μπουφέ, δίνοντάς μου την ευκαιρία να θαυμάσω ακόμα μια φορά τη γεωμετρία του πισινού της. Βρισκόταν ακριβώς εκεί που έπρεπε: ούτε πολύ ψηλά, ούτε πολύ χαμηλά. Ήταν όσο μεγάλος έπρεπε και, το καλύτερο, υπογραμμιζόταν από ένα στρινγκ, το οποίο ίσα- ίσα που ξεχώριζε κάτω από το άσπρο της φόρεμα.

«Δεν σ’ έχω ξαναδεί. Φίλος των κοριτσιών ε;», είπε ο Μπιλ. Αυτή τη φορά με ειρωνεύτηκε λιγότερο.
«Ναι», απάντησα μονολεκτικά, όχι γιατί δεν μπορούσα να απαντήσω πολυλεκτικά αλλά γιατί ήθελα να το παίξω βαρύ πεπόνι και σιγά ρε φίλε ποιος είσαι εσύ και χάρη σου κάνω που σου μιλάω κιόλας και τέτοια.
Ο Βασίλης κοίταξε δεξιά. Μετά αριστερά. Μετά ευθεία. Αν κοίταζε κάτω θα έβλεπε το γαλάζιο χαλί. Χαλάκι.
Στην ευθεία που κοίταξε έτυχε να βρίσκομαι εγώ, οπότε, αναπόφευκτα, κοίταξε εμένα. «Ανυπομονώ να ξεκινήσουμε», είπε.
«Ποιο πράγμα;», ρώτησα.
«Το ταξίδι», είπε.
«Α, το ταξίδι», είπα εγώ όσο πιο αδιάφορα μπορούσα. «Τι κάνεις ακριβώς στην N.J;», τον ρώτησα.
«Αγοράζω CD», μου είπε.
Έκανα πως κατάλαβα χωρίς να έχω καταλάβει. Πολύ μ’ αρέσει να το κάνω αυτό. Ειδικά στο σχολείο ήμουν ο καλύτερος. Κοίταζα τους καθηγητές με τέτοιο τρόπο που νόμιζαν ότι όχι μόνο καταλάβαινα τα πάντα αλλά ότι τα ήξερα πριν καν τα πούνε. Άπαιχτος. Στο πανεπιστήμιο δεν χρειαζόταν να το κάνω γιατί ήμασταν τόσοι πολλοί στα αμφιθέατρα που δεν είχε νόημα. Οι καθηγητές δεν ήξεραν καν ποιος είμαι. Ούτε αυτοί ήξεραν ποιοι ήταν, οι περισσότεροι, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
«Πριν από μερικές μέρες αγόρασα πέντε χιλιάδες CD του ΧΨΖ. Θα γίνει σίγουρα χρυσό», είπε. «Μ’ αρέσει να βοηθάω νέους καλλιτέχνες. Αυτό κάνω στην N.J», ρούφηξε αυτάρεσκα το ποτό του ο Βασίλης.
Δεν αναφέρω το όνομα του ΧΨΖ γιατί δεν θέλω να δημιουργήσω προβλήματα και δεν μου αρέσει και η διαφήμιση. Είναι πάντως ωραίο παιδί, από αυτά που γελάνε στον Πειραιά και τα δόντια τους φαίνονται στην Πετρούπολη. Τώρα, θα μου πείτε, γιατί ανέφερες το όνομα της Άννας; Πρώτον γιατί τη συμπαθώ και δεύτερον γιατί η Αννούλα δε χρειάζεται άλλη διαφήμιση. Όσοι χρειάζονται πάντως, δεν πρόκειται να την πάρουν από εμένα.
«Και τι τα κάνεις τόσα ίδια CD;», τον ρώτησα.
«Τα κρατάω. Έχω ένα ειδικό χώρο που τα έχω όλα», μου είπε.
«Τόσα ίδια CD; Γιατί;», ρώτησα εγώ.
«Γιατί αν τα πέταγα θα μόλυνα το περιβάλλον», είπε. Σωστός.
Θυμήθηκα ότι όταν ασχολιόμουν περισσότερο με τη μουσική και αγόραζα CD, είχα μαζέψει αρκετά ίδια CD από διαφορετικούς καλλιτέχνες. Μπορεί και να κάνω λάθος. Δεν ξέρω. Εμένα πάντως μου έμοιαζαν. Τώρα δεν αγοράζω CD, τα κατεβάζω από το Internet. Είναι παράνομο, λένε. Σιγά. Λογικό είναι. Παράνομο είναι να έχεις λεφτά και να μην αγοράζεις, όχι να μην έχεις και να μην αγοράζεις. Αφού δεν έχεις, πώς να αγοράσεις; Αυτά τα λένε οι τράπεζες για να παίρνουμε δάνεια. Λέω εγώ.
«Εσύ τι κάνεις στην N.J;», είπε ο Βασίλης. «Ή μήπως είσαι ακόμα πολύ καινούριος και δεν ξεκίνησες ακόμα;».
«Δεν ξεκίνησα ακόμα», είπα εγώ. «Αλλά δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσα να κάνω και κάτι», συνέχισα παίζοντάς το ψιλοπροβληματισμένος. Δεν ήθελα να μπω σε καμιά N.J. Σε ένα συγκεκριμένο μέλος της N.J, σίγουρα. Μα γιατί αργούσε τόσο;
«Μπα, έτσι νόμιζα κι’ εγώ. Μέχρι που διάβασα κάπου ότι για να γίνει χρυσός ένας δίσκος στην Ελλάδα χρειάζονται μόλις 10.000 πωλήσεις και μου ήρθε η ιδέα», είπε ο Βασίλης. Παρατήρησα ότι όση ώρα μιλούσαμε ο Βασίλης έπαιζε με το ένα χέρι ένα μάτσο κλειδιά. Το μπρελόκ ήταν μπεεμβέ. Είχε, δηλαδή, το σηματάκι της μπεεμβέ. Ήταν όμως Μποεμβέ ο Βασίλης;

Οι Μποεμβέ είναι μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι βέβαια υπάρχουν, αλλά δεν θα τους έλεγαν έτσι αν δεν επινοούσαμε τη λέξη εγώ και ο Πάνος. Ο κολλητός μου που σκοτώθηκε. Ναι, αυτός. Οι Μποεμβέ είναι από τριάντα μέχρι πενήντα χρονών και έχουν αρκετά χρήματα ώστε να μην δουλεύουν. Ζουν στο κέντρο μεγαλουπόλεων και περνάνε το χρόνο τους πίνοντας καφέ, διαβάζοντας τις καλλιτεχνικές στήλες και πηγαίνοντας σε εκθέσεις, μουσεία κ.λπ. Ξέρουν πολλά από τέχνη, δεν παράγουν τίποτα από τέχνη και έχουν πάντα ένα ύφος «ψαγμένου». Αρχίζουν συνήθως τις συζητήσεις τους με ένα «θυμάμαι τότε που φάγαμε στο Μπατόν Σαλέ, με τον Σιρμιφλιούσκιν, και μου είπε ότι το σινεμά σήμερα περνάει μια, στην ουσία, ηθική κρίση» και άλλες τέτοιες ανοησίες. Φοράνε συχνότατα φουλάρια, το χειμώνα κασκόλ και οδηγούν μπεεμβέ. Δεν είναι πραγματικά ψαγμένοι, ούτε έχουν πραγματική κουλτούρα. Τους λείπει το απαραίτητο IQ για όλ’ αυτά. Επιπλέον, δεν είναι πολύ πλούσιοι. Αν ήταν δεν θα οδηγούσαν μπεεμβέ. Δεν θα οδηγούσαν καθόλου. Είναι art victims. Είναι αυτοαναφορικοί. Είναι βαρετοί. Είναι ξενέρωτοι. Όταν όμως έχεις λεφτά, σου το λένε πολύ σπάνια ότι είσαι ένας αυτοαναφορικός βαρετός ξενέρωτος. Ε ρε τι τραβάνε και οι φραγκάτοι…
Τέτοια κάναμε με τον Πάνο και άλλα πολλά. Είχαμε πολύ γέλιο με τον Πάνο. Και κλάμα είχαμε μερικές φορές, όταν κάτι πήγαινε όπως δεν έπρεπε να πάει. Κατά διαόλου δηλαδή. Αλλά δεν κλαίγαμε γιατί είμαστε άντρες. Κλαίγαμε από μέσα μας και γελούσαμε απ’ έξω μας. Το κακό είναι ότι όταν κλαις από μέσα σου γεμίζει το στομάχι σου δάκρυα. Και όταν γεμίζει το στομάχι σου δάκρυα σου κόβεται η όρεξη και δεν τρως τίποτα. Ε ρε τι τραβάνε και οι άντρες…

Τελικά ο Βασίλης δεν ήταν Μποεμβέ, γιατί όταν ο μαύρος dj το γύρισε σε Barry White με ρώτησε «Τι ακούμε;». Αν ήταν Μποεμβέ θα τον ήξερε τον Barry White. Σίγουρα.
«Barry White», είπα εγώ.
«Α δεν τον ξέρω», είπε. «Καινούριος;».
«Ναι, καινούριος», είπα εγώ. Πάω στοίχημα ότι το σημείωσε στον εγκέφαλό του για να αγοράσει CD.
Είδα τη Μαρία να έρχεται. Μαζί με τον πισινό της, ευτυχώς. Δεν το είδα, γιατί ερχόταν ανφάς, αλλά τον ένιωσα όταν με ακούμπησε. Επίτηδες, πάω στοίχημα.
«Το ποτό σου γλυκούλη», μου έδωσε το χέιγκ και τσούγκρισα με το δικό της που ήταν ροζ.
Φαντάστηκα την ιδανική Barry White σκηνή. Εγώ με ένα μπουρνούζι και το Bulgari ρολόι μου, να κρατάω δύο κοκτέιλ και η Μαρία ξαπλωμένη στον καναπέ, με τα εσώρουχά της. Εγώ να περπατάω προς το μέρος της αργά, όπως περπατάς όταν ακούς Barry White και το παίζεις γκόμενος. Περπατάς αργά, με έμφαση στους ώμους σου. Δεξί πόδι μπροστά, σηκώνεται ελαφρά ο αριστερός ώμος. Αριστερό πόδι μπροστά, σηκώνεται ελαφρά ο δεξιός ώμος. Αυτή να με κοιτάει μία στα μάτια και μία εκεί που πρέπει. Δεξί πόδι, στα μάτια, αριστερός ώμος, εκεί που πρέπει, αριστερό πόδι, στα μάτια, δεξιός ώμος, εκεί που πρέπει. Θα πίναμε πολύ, θα μεθούσαμε αφροδισιακά και μετά θα κάναμε αυτό που πρέπει. Αποφάσισα ότι μoυ άρεσε ο Barry White.
«Κοίτα γλυκούλη, ξημερώνει», είπε η Μαρία και έδειξε προς τη Δύση. Αν το δείτε σημειολογικά, καλά έκανε.
«Ναι», λακώνισα πάλι εγώ.
«Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;», μου είπε. Ο Βασίλης εν τω μεταξύ είχε πιάσει κουβέντα με τον ντόκτορ που μου είχε κάνει την ένεση καφείνης.
«Τι;», είπα εγώ. Μου άρεσε το άρωμα των μαλλιών της. Καρύδα. Το μάγκνουμ κούνησε το κεφάλι του επικροτώντας το καλό μου γούστο.
«Ότι όπου να’ ναι ξεκινάμε για τη Νήσο Ψ», απάντησε.
«Τι θα κάνουμε εκεί;», ρώτησα εγώ.
«Εμείς οι δύο ξέρεις τι θα κάνουμε γλυκούλη», μου είπε και με χούφτωσε. Ωραία ήταν.
«Ναι, αλλά γιατί πάμε όλοι εμείς εκεί;», επέμεινα εγώ.
«Για να συναντήσουμε τον Μεγάλο Δάσκαλο», απάντησε. «Μας περιμένει γλυκούλη».
Δεν ρώτησαν ποιος ήταν ο «Μεγάλος Δάσκαλος». Βαρέθηκα. Σκέφτηκα ότι θα έβλεπα ποιος ήταν με το που θα φτάναμε στη Νήσο Ψ. Λάθος μου.

Όταν ήμουν μικρός η μητέρα μου με κυνηγούσε για να φάω. Συνέχεια. Μια φορά θυμάμαι που με κυνηγούσε και σκόνταψε και έπεσε κάτω. Χτύπησε, την έβλεπα ότι πονούσε. Είχε χυθεί όλο το φαγητό στο πάτωμα. Μακαρόνια με κιμά. Έσκυψα και άρχισα να το τρώω. Από το πάτωμα. Τέτοιο ζώον ήμουν. Από μικρός.
Τέτοια ζώα δεν είμαστε όλοι;

Tagged with:

14 σχόλια

Subscribe to comments with RSS.

  1. Νίκος said, on 10/10/2009 at 22:44

    Οκ με αποστόμωσες σε ένα βαθμό…
    Ελπίζω το επόμενο να έρθει πιο σύντομα κι ελπίζω να μην “κολλήσεις” όταν έρθει η ώρα για καινούργια parts.
    Γράφεις μοναδικά,το ξέρεις μάλλον…ελπίζω να μας αποζημιώσεις…καλή συνέχεια.

  2. nashos said, on 10/10/2009 at 23:43

    Δεν συνεχίζεις από εκεί που είχες μείνει το 2006; Θα έχει πιο πολύ ενδιαφέρον.

    Ξαφνικά νιώθω κομμάτι κάποιου πειράματος :-|

  3. Rodia said, on 11/10/2009 at 02:21

    Καλοοοοοο :)

  4. masterpcm said, on 11/10/2009 at 02:21

    Εμένα δεν με νοιάζει από θα συνεχίσεις αρκεί απλά να συνεχίσεις να γράφεις, τι να σου πω, να σου πω ότι ο τρόπος που γράφεις με κάνει να “βλέπω” τις σκηνές και να αναρωτιέμαι γιατί σκοτώθηκε ο μαλάκας ο Πάνος;;

    Είναι αρκετό;

  5. enteka said, on 11/10/2009 at 15:34

    δε διαβάζω τίποτα, το περιμένω όλο μαζί.
    στο χαρτί…

  6. #FN$# said, on 12/10/2009 at 01:53

    Επιτέλους! Μου έλειψε ο Αργύρης… :)

  7. Matron Maya said, on 12/10/2009 at 21:52

    o Μεγάλος Δασκαλος με προβλημάτισε pascal… βασικά εσυ φταις …

    Αλλά τετοιο ζώον εισαι!

  8. Theorema said, on 13/10/2009 at 17:12

    Μα τι απίστευτη τελευταία παράγραφος!!!!!!!!!!…

  9. Χαμένο κορμί said, on 13/10/2009 at 19:22

    Όλοι μας έχουμε μια ιστορία να πούμε για τα μακαρόνια με τον κιμά… Νομίζω οτι αυτό το φαγητό έχει σημαδέψει τη σύγχρονη Ελλάδα όσο η φασολάδα τη λιγότερο σύγχρονη Ελλάδα.

    Πάντως τον καταλαβαίνω τον αργύρη… κι εγώ θα ήθελα να είχε για παρέα σε κείνο το πλοίο τον Πάνο…

  10. tosio said, on 13/10/2009 at 21:01

    KAVLOSE MAS RE PASCAL. KAVLOSE MAS!

  11. G said, on 13/10/2009 at 21:08

    Έχει ξεκινήσει petition να γράφεις συχνότερα :p.
    Δεν στο δίνω όμως μην το πάρεις και πάνω σου. χοχο.

    G.

  12. pascal said, on 14/10/2009 at 01:00

    :)

  13. Mr D. said, on 18/10/2009 at 23:09

    μα μποεμβε??? αυτο ηταν το καλυτερο!!

  14. Μαύρος Κατ said, on 21/10/2009 at 16:36

    Θεωρητικά, παίζει να είναι ο Αργύρης ο μποεμβέ… κι αν όχι ο Αργύρης, ο Πασκαλ;;;; εεεεε;;;; Πού τον ξέρεις τον Μπαρηγουάητ δηλαδής;;;; Και όλα τα συμφραζόμενα;;;;;

    Άντε μπράβο ωραία φόρα πήρες πάω τρέχοντας να διαβάσω τα επόμενα


Υποβολή απάντησης