Αργύρης (παρτ νάιν)
Συναισθηματική Τράπεζα
Παλιά ήταν καλύτερα. Αμέ. Τι να λέμε τώρα. Τρεις βιντεοκασέτες καράτε βλέπαμε την εβδομάδα. Τουλάχιστον. Και άλλες δύο με τον Στάθη Ψάλτη.
Πηγαίναμε σε πάρτι και περιμέναμε να βάλει «μπλουζ» για να χορέψουμε με καμιά γκόμενα. Εγώ πάλι δεν χόρευα μπλουζ. Δεν ζήταγα από καμία να χορέψουμε- γι’ αυτό. Αν ζήταγα μάλλον θα δεχόταν. Λέω εγώ. Μετά έμαθα ότι το μπλουζ είναι μουσικό είδος και όχι μουσικοχορευτικό μπαλαμούτιασμα και ζήτησα συγγνώμη από τους μαύρους του Μισισιπή.
Καλύτερα ήταν παλιά. Βέβαια. Και οι άνθρωποι καλύτεροι ήταν. Πήγαιναν περισσότεροι σε συγκεντρώσεις, είχαν και οι τηλεσκηνοθέται περισσότερη δουλειά. Σημαιάκια, σουβλάκια, ουζάκια, καρό τραπεζομαντηλάκια. Όλα μαζί κάτω από την ίδια ιδεολογική ομπρέλα. Bλέπαμε και περισσότερες αφίσες. Αφίσες με περιεχόμενο- ήλιους, σφυροδρέπανα, δάδες και τέτοια. Όχι αηδίες όπως σήμερα που οι περισσότερες αφίσες είναι για συναυλίες. Ασχολιόταν ο κόσμος με την πολιτική. Και μετά περίμενε την πολιτική να ασχοληθεί μαζί του. Εκεί την πάτησε λίγο, αλλά, σιγά, πρώτη φορά είναι; Kαι τι έγινε; Σήμερα βέβαια έχουμε τα ριάλιτι και τα δάνεια, αγοράζεις αυτοκίνητο και το ξεπληρώνεις όποτε γουστάρεις, αμέ, όποτε έχεις, αλλά πρόσεχε, να έχεις, γιατί αν δεν έχεις, θα σου κλείσουν το σπίτι, οπότε θα πας σε ριάλιτι να κερδίσεις για να ρεφάρεις, αλλά επιμένω, παλιά ήταν καλύτερα. Το έχω ακούσει τόσες φορές που έχω πειστεί τελικά.
Πιο παλιά ήταν ακόμα καλύτερα. Οι γειτονιές της παλιάς Αθήνας λέει. Όταν μύριζε ο τόπος γιασεμί λέει. Αν δεν σου άρεσε το άρωμα γιασεμί την είχες βάψει. Λέω. Πολύ ωραία ήταν. Έκαναν μπάνιο μια φορά την εβδομάδα και φόραγαν τα ίδια ρούχα ένα μήνα. Τέλεια ήταν. Ευτυχώς που έχουν γυριστεί και ταινίες και βλέπουμε το πόσο καλά ήταν. Μπορεί η χούντα να εμπόδισε πολλά πράγματα, αλλά, ευτυχώς, δεν εμπόδισε τις ελληνικές ταινίες. Οι πιο ωραίες τότε γυρίστηκαν. Άλλοι στη Μακρόνησο και άλλοι στο Πόρτο Ύδρα για γύρισμα. Υπήρχε και ποικιλία, πώς να το κάνουμε. Τώρα όλοι στη Μύκονο και τη Σαντορίνη πάνε. Αν δεν έχεις πάει Μύκονο και Σαντορίνη ποτέ στη ζωή σου, σε κοιτάνε λες και δεν έχεις πάει ποτέ για κούρεμα.
Το οποίο κούρεμα, τώρα που το αναφέραμε, δηλαδή εγώ το ανάφερα αλλά μ’ αρέσει να νομίζω ότι δεν είμαι ένας αλλά πολλοί, γιατί αν είμαι πολλοί, δεν πειράζει κι’ αν χαθεί ο ένας, καταλάβατε πιστεύω τι θέλουμε να πούμε. Λοιπόν, το κούρεμα είναι καλό γιατί σου κόβουν κάτι και μετά είσαι και πιο ωραίος και αισθάνεσαι και καλύτερα. Γιατί αν σου κόψουν το τηλέφωνο, όπως μου έκαναν εμένα σήμερα, αισθάνεσαι πιο μόνος. Και καθόλου πιο ωραίος. Όχι ότι χτύπαγε συχνά, αλλά υπήρχε όμως η περίπτωση να χτυπήσει. Καλύτερα ήταν παλιά. Σίγουρα. Κρίμα που οι παλιοί πέθαιναν και περισσότερο και έχαναν τα καλύτερα.
Φανταστείτε να υπήρχε στ’ αλήθεια μια μηχανή του χρόνου. Να μη σε γυρίζει όμως στο παρελθόν. Όχι. Να έκανε το παρελθόν παρόν. Ποια είναι η διαφορά, αναρωτιέστε: Αν το παρελθόν γίνει παρόν, τότε σημαίνει ότι το παρόν δεν υπάρχει πλέον και τη θέση του παίρνει το παρελθόν. Ενώ αν πας στο παρελθόν, απλά φεύγεις από το παρόν, το οποίο συνεχίζει όμως να υπάρχει, μόνο που εσύ δεν το βλέπεις. Σε βλέπει όμως εκείνο. Και το να σε βλέπει συνέχεια το παρόν σου δεν είναι καλό, όταν το παρόν αυτό δεν σου αρέσει. Σαν να σε «καρφώνει» συνέχεια μια άσχημη γκόμενα.
Παλιά έπαιζα και σε συγκρότημα. Μπάσο. Έπαιζα μπάσο γιατί δεν ήξερα κιθάρα. Υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι μπασίστες παίζουν μπάσο γιατί δεν ξέρουν κιθάρα. Το μπάσο είναι ένα όργανο που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα ντραμς και την κιθάρα και κάνει λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Ποτέ όμως καλύτερα από το ένα ή το άλλο. Το γκρουπάκι το έλεγαν «The Veltsos And The Illiterates». Παίζαμε ψυχεδελικό ροκ. Σήμα κατατεθέν μας οι ακατάληπτοι στίχοι. Hχογραφήσαμε και demo, παίξαμε και κάνα δυο live σε μπαράκια. Διαλυθήκαμε γιατί πλακώθηκε ο κιθαρίστας με τον τραγουδιστή. Ο ένας ήθελε να τραγουδάει κι’ αυτός και ο άλλος ήθελε να τραγουδάει μόνο αυτός.
Παλιά ζούσε και ο Πάνος.
Το γιοτ πλατσούριζε στη θάλασσα, δελφίνια πλατσούριζαν δίπλα στο γιοτ, γλάροι πετάριζαν πάνω από το γιοτ. Δεν τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά αισθανόμουν σαν να τα έβλεπα, όλα ωραία κι’ όμορφα μου φαινόντουσαν, βοήθαγε και το ουίσκι που είχα κατεβάσει και το ροζ χρώμα γύρω μου, μόνο που είχα αρχίσει να νυστάζω πολύ, ήταν και η μουσική του dj, που δεν ήταν ακριβώς μουσική του dj αλλά ένα σιντί που είχε αφήσει να παίζει και ήταν γεμάτο- καλά το καταλάβατε,-μπλουζ. Από αυτά που χουφτώνεις και όχι του Μισισιπή. Τα πάντα έδειχναν να βρίσκονται, πλέον, σε κατάσταση αναμονής. Νεκρός χρόνος. Περιμέναμε να φτάσουμε στη Νήσο Ψ. Οχτώ ώρες πάνω- κάτω, μου είχε πει η Μάρθα.
Έκανα αυτό που είχα δει να κάνουν δυο- τρεις ακόμα. Την έπεσα σε μια γωνιά του σαλονιού του γιοτ και προσπάθησα να κοιμηθώ. Χαλάκι. Άκουσα κάποιον να μου λέει: «Υπάρχουν και κρεβάτια, μην ταλαιπωρείσαι στο πάτωμα», αλλά δεν έδωσα σημασία.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, συνειδητοποίησα ότι δίπλα μου την είχε πέσει ο Ηλίας. Δεν έδωσα σημασία. Κακώς, γιατί όταν ξύπνησα είχε γείρει πάνω μου, όπως ένα βρέφος στην αγκαλιά της μάνα του και είχε γεμίσει σάλια το χέρι μου. Είδα στο τσεπάκι του πουκαμίσου του το κινητό μου. Πάλι καλά. Δεν το είχε χάσει. Το πήρα με τρόπο για να μην τον ξυπνήσω. Στην αίθουσα είχαμε μείνει μόνο όσοι κοιμόμασταν. Μουσική δεν ακουγόταν, μόνο το πλάτσα πλούτσα του γιοτ και των δελφινιών. Είχα δυο κλήσεις. Στο κινητό. Η μία ήταν της μάνας μου. Η άλλη της Γιώτας. Έκανα αυτό που θα έκανε κάθε άντρας που έχει υγιή σχέση με τη μάνα του: πήρα τη Γιώτα. Το σήκωσε και η φωνή της δεν άφησε καθόλου αδιάφορο το μάγκνουμ μου. Το αντίθετο θα έλεγα.
«Τι έγινε;», είπε.
«Όπως τα ήξερες. Τι να γίνει…», ψέματα εγώ. «Εσύ;».
«Κι’ εγώ καλά μωρέ. Είπα να σε πάρω να δω τι κάνεις»
«Καλά είμαι. Μια χαρά»
«Γουστάρεις να πάμε καμιά βόλτα σήμερα;».
«Δεν μπορώ. Έχω κανονίσει σήμερα».
«Με αποφεύγεις;»
«Εγώ;»
«Ναι, εσύ. Έχουμε να μιλήσουμε έξι μήνες και μου φαίνεται ότι δεν έχεις και πολύ όρεξη να τα πούμε».
«Τι να πούμε;», είπα.
«Ε…ό,τι να ‘ναι. Πρέπει να πούμε κάτι συγκεκριμένο;»
«Να σε ρωτήσω κάτι; Αλλά θα μου απαντήσεις ειλικρινά».
«Πες μου».
«Πού είναι ο γκόμενός σου;»
«Ο ποιος; Μα τι είναι αυτά που λες τώρα παιδάκι μου». Κάθε φορά που εκνευριζόταν με αποκαλούσε παιδάκι της.
«Με άκουσες. Πού είναι ο γκόμενός σου;»
«Αργύρη, λες μαλακίες. Τι σχέση έχει τώρα ο γκόμενός μου;»
«Απάντησέ μου και θα σου πω».
«Εντάξει. Ο γκόμενός μου δεν ξέρω πού είναι. Θα τηλεφωνηθούμε αργότερα»
«Ωραία. Να του δώσεις χαιρετίσματα εκ μέρους μου. Γιατί πήρες ρε Γιώτα;».
«Σε σκέφτηκα και πήρα. Πειράζει;»
«Όχι, δεν πειράζει. Πες μου όμως γιατί πήρες».
«Τι να σου πω τώρα παιδάκι μου. Ψάχνεις πράγματα εκεί που δεν υπάρχουν». Ο τόνος της φωνής της πρόδιδε το ότι έκρυβε κάτι. Ενοχλήθηκε που είχα ψάξει και βρει κάτι που υπήρχε, ενώ δεν έπρεπε να ψάξω και δεν έπρεπε να το βρω.
«Γιωτούλα», πιο αυστηρά εγώ. «Δεν ξέρω τι ζόρια τραβάς εσύ με τα δικά σου, τη ζωή σου και τα λοιπά. Φιλενάδα σου όμως δεν πρόκειται να γίνω. Τόσο μυαλό, στα τριαντακάτι μου το έχω. Ακούς;».
Σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα. Ήμουν έτοιμος να της το κλείσω.
«Δεν περίμενα τέτοια αντιμετώπιση πάντως», είπε.
«Ούτε εγώ την περίμενα από εσένα τότε. Αλλά την είχα», απάντησα.
«Δηλαδή με εκδικείσαι;», είπε.
«Όχι. Απλά δεν μπορείς να έχεις και την πίτα ολόκληρη και το λαγό σου χορτάτο».
«Εξυπνάδες. Δηλαδή δεν θες να με ξαναδείς. Ούτε να κάνουμε παρέα που και που».
«Φίλους έχω. Αν εσύ δεν έχεις αρκετούς, πρόβλημά σου».
«Είσαι άδικος».
«Μπορεί. Αλλά καλύτερα άδικος παρά ξεφτίλας», απάντησα. «Να κλείσουμε;»
«Εντάξει, κλείνω». Έκλεισα πρώτος και αισθανόμουν μια χαρά. Κοίταξα το Bulgari. Δύο και μισή. Όπου να’ ναι θα φτάναμε. Μια ηλίθια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου. Ότι η Γιώτα όντως μπορεί να ήθελε να τα ξαναβρούμε και ότι εγώ κακώς της μίλησα έτσι και ότι έχασα μια ευκαιρία γαμώτο μου και τι με έπιασε εκείνη την ώρα και τέτοια. Της έκαναν κωλοδάχτυλο και έφυγε. Αισθανόμουν μια χαρά και θυμωμένος. Θυμωμένος γιατί δεν με είχε σεβαστεί. Αν με σεβόταν θα με είχε αφήσει ήσυχο. Αυτή και τα σκατολαγουδάκια της.
Υπάρχουν άνθρωποι που σε αντιμετωπίζουν ως συναισθηματική τράπεζα. Καταθέτουν ένα ποσόν και απαιτούν να τους είναι διαθέσιμο για όποτε ξεμείνουν. «Συγγνώμη, μπορώ να κάνω ανάληψη πέντε κομπλιμέντα και τρία βλέμματα που δείχνουν ξεκάθαρα ότι με γουστάρεις γιατί το έχω ανάγκη τελευταίως; Βλέπετε, στη δουλειά μου αλλάζουν τον αδόξαστο και ο γκόμενός μου μού φαίνεται ότι ξενοκοιτάζει. Σας παρακαλώωωω».
«Βεβαίως. Ό,τι θέλετε».
«Ευχαριστώ. Μετά εσείς βέβαια μπορείτε να χτυπάτε το κεφάλι σας στον τοίχο, όσο εγώ πιπώνω τον γκόμενό μου».
«Ω, μα μην το κάνετε θέμα. Θα χτυπήσω το κεφάλι μου ευχαρίστως. Καλές πίπες».
Μπορεί να μην έχω σουξέ με τις γυναίκες. Μπορεί να μου κάθονται μόνο κατά τύχη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ψιλοκαταλαβαίνω το πώς σκέφτονται. Στα τριαντακάτι μου, κάτι έχω καταλάβει κι’ εγώ. Το καλό (ή κακό) είναι ότι όσο τις καταλαβαίνω τόσο πιο πολύ τις γουστάρω.
Πήρα τηλέφωνο και στη μάνα μου. Καλά είμαι, μην ανησυχείς, ο πατέρας εντάξει;, ναι θα μιλήσω και με τη Βάσω, εντάξει, ναι, όλα καλά, ναι, ναι είπα, εντάξει, θα έρθω κι’ από εκεί. Βάσω λένε την αδερφή μου.
Άνοιξα μια πόρτα και βγήκα στο εξωτερικό μέρος του γιοτ. Φύσαγε αρκετά. Στο βάθος είδα μια φλούδα στεριά. Πράσινη. Σαν από αγγούρι ένα πράγμα. Άναψα τσιγάρο. Αν ήμασταν εντός σχεδίου, αυτή θα έπρεπε να είναι η Νήσος Ψ. Θα ήμασταν εκεί το πολύ σε ένα τέταρτο. Ρε στη Νήσο Ψ θα είχε τσιγάρα; Μα πού ήταν όλοι; Με το που το σκέφτηκα, έγινε χαμός. Elvis. Viva Las Vegas. Διαπασών. Από τα ηχεία. Πολύ δυνατά. Όποιος και να κοιμόταν, θα ξυπνούσε. Όποιος δεν κοιμόταν, θα ξυπνούσε ακόμα περισσότερο. Άκουσα βήματα. Το ροζ εσωτερικό γιοτ άρχισε να γεμίζει πάλι. Εγώ έμεινα έξω. Παρατηρούσα. Η Εύα είχε ξυπνήσει ορεξάτη- όρμηξε στον μπουφέ. Ο Ηλίας, με το που ξύπνησε, έβαλε ποτό. Ο τύπος με το λουλουδάτο πουκάμισο ξυριζόταν με μια επαναφορτιζόμενη ξυριστική. Ο Andrew δεν ήταν πια ντυμένος μπάρμαν. Οι M&M είχαν βάλει φούξια μαγιό, ψάθινα καπέλα και τεράστια γυαλιά ηλίου. Ούτε ίχνος κυτταρίτιδας- όπως το είχα φανταστεί. Σε λίγο είχαν μαζευτεί όλοι. Μου φαινόντουσαν κεφάτοι και ανήσυχοι ταυτόχρονα. Μπορεί να έκανα λάθος. Μπορεί να πρόβαλα σ’ αυτούς την ανησυχία μου, όπως πρόβαλα και τα συναισθήματά μου στη Γιώτα όσο καιρό τα είχαμε. Δεν ξέρω.
Αυτό που ήξερα πάντως ήταν ότι με το που πλησιάσαμε αρκετά στη Nήσο Ψ, είδα κάτι που δεν κόλλαγε στο σκηνικό: Μία μικρή μαρίνα που χωρούσε δυο-τρία γιοτ σαν το δικό μας και τίποτα άλλο που να δείχνει ότι το νησί ήταν κατοικήσιμο. Παραλία και μετά δέντρα. Πολλά δέντρα. Αφύσικα πολλά δέντρα. Και συμμετρικά. Σαν να τα είχε φυτρώσει κάποιος. Μα ποιος είχε δώσει τόσα φράγκα για να φτιάξει μαρίνα σ’ αυτό το μέρος;
Ο Μεγάλος Δάσκαλος τα είχε δώσει, αλλά αυτό θα το μάθαινα αργότερα. Μαζί με το πού πήγαν οι χαμένες λέξεις όπως το «σπορτέξ». Και μαζί με το γιατί και πώς διαδόθηκαν τόσο πολύ η γιόγκα, το ταντρικό σεξ και η Ζεφίρα, το μέντιουμ που σου λέει το μέλλον σου με 1,5 ευρώ/ λεπτό.
Για το παρελθόν, δεν χρειάζεται να ξέρεις και πολλά φιλαράκο.
Αρκεί να θυμάσαι ότι παλιά ήταν καλύτερα.
Αν κάθεσαι στο κρεβάτι σου και κοιτάς το ταβάνι για πέντε ώρες συνεχόμενα, είσαι εγώ. Αν κάθεσαι στο ταβάνι και κοιτάς το κρεβάτι σου για πέντε ώρες συνεχόμενα, είσαι ο σπάιντερμαν. Αν είσαι ο σπάιντερμαν, εγώ σε χρειάζομαι. Επειγόντως.
Μην ανεβάσεις άλλο σήμερα. Προσπαθώ να δουλέψω και το κάνεις ακόμη πιό δύσκολο από ό,τι είναι.
(καταραμένο reader)
Καλημέρα,
με φώναξε κανείς;;
Spaiderman
Αν μ’ αφήσει ο spiderman, θα ποστάρω και το επόμενο μέχρι τέλος εβδομάδος.
Pascal θα πρόσεξες βέβαια ότι δεν έκανα αντιποίηση αρχής… είμαι ο Spaiderman και θα σε αφήσω (περιμένω με ανυπομονησία..) ο Spiderman δεν ξέρω τι θα κάνει ο μαλάκας…
Όχι πως είχα παράπονο με τα προηγούμενα… αλλά προσκυνώ…. ζωγράφισες.
(Ως συνήθως)
Καλό απόγευμα φίλε
Πω, κάποιος πήρε φόρα μου φαίνεται… Περιμένουμε με ανυπομονησία!
meta apo ta sirial tou papakaliati proti fora exo toso anypomonisia gia kati pou einai xorismeno se parts.
se ligo argyrhs season 2
kalhmeeeeeres
Την μηχανή του χρόνου θα την επέστρεφα 2 δευτερόλεπτα αφότου μου την δάνειζες αφού εγώ θα επέλεγα σε ποιο χρόνο του παρόντος θα επέστρεφα. Δεν θα σου έλειπε καθόλου (και θα σταματούσα και το μπανιστήρι του παρόντος…).
Νομίζω εδώ είχες σταματήσει πέρσι
η προσθήκη περί γυναικείας ψυχολογίας απολαυστικότατη!
Α ρε Πασκάλ βίοι παράλληλοι (με τον Αργύρη, εννοείται Σ;ο))))
Part TEN!!!! epigontos…
exo provlima den mporo na perimeno!!!!
Θα το συνεχίσεις από κει που το είχες παρατήσει? Θέλω να ξέρω για να μην ελπίζω άδικα
ο όρος “συναισθηματική τράπεζα” είναι πολύ μπροστά.
Παρτ τεν, όπωσδήποτε!
Καλή συνέχεια
ela, ksekolla kai anevase part ten
kserw pou meneis…
τελειωνε κουμπαρε
Nα πω ότι δεν φοβόμουν ότι θα γίνει έτσι…θα ήταν ψέμματα
“ο Αργυρης” ειναι οτι καλυτερο εχω διαβασει σε διηγημα εδω και πολυ καιρο. Συλλαλητηρια boy.
Ναι ρε συ ψύχος… αλλά εδώ και πΟΛύ καιρό…
Χρυσό παιδί ο Αργύρης, όλη την απονιά του κόσμου τούχει καρφωθεί του παλληκαριού και τον κουδουνάει…..
Ρε συ Πασκάλ, είσαι καλά; Ανησυχώ λίγο. Ελπίζω να εχεις κάποιον καλό λόγο να λείπεις τόσον καιρό.
Αν δεν τρέχει τίποτα (που το ελπίζω), είσαι γάιδαρος. Αντε μην το χτενίζεις άλλο το κάτσιασες, ρίχτο!!!
ki egw arxisa na anisixw… pou exeis xa8ei ?
SAVE ARGYRHS REEEEEE
Αργύρης παρτ ΧΧΧ:
http://mavrosgatos.blogspot.com/2006/10/xxx.html
(άντε γιατί μάλλον μάς δουλεύεις πάλι Σ;ο)))
Αλλά διαβάστε κι αυτό, είναι αυθεντικός Αργύρης:
“Κάθε φορά που πηδάω είναι και η τελευταία. Γιατί πιστεύω ότι μπορεί να είναι και η τελευταία. Όχι γιατί φοβάμαι ότι θα μου πέσει ο ουρανος στο κεφάλι. Καθόλου. Είναι, απλά, θέμα χαμηλής αυτοπεποίθησης. Η χαμηλή αυτοπεποίθηση σε κάνει καλύτερο εραστή ως προς την ποιότητα και τελείως χάλια ως προς την ποσότητα.”