Αργύρης (παρτ έιτ)
Το κορομηλοφάγο λαγουδάκι
«Πώς να είναι να πεθαίνεις ρε συ;». Ήταν πριν από τρία χρόνια περίπου. Περπατούσαμε με τον Πάνο στην Πανεπιστημίου, μόλις είχαμε βγει από το σινεμά, μεταμεσονύκτια προβολή, Αύγουστος. Δεν θυμάμαι ποια ταινία. Δεν είχε πάντως σχέση με την ερώτησή μου.
«Βιάζεσαι να μάθεις;», είπε ο Πάνος. Δεν απάντησα αμέσως γιατί μου φάνηκε ότι αν βιαζόμουν να απαντήσω θα ήταν σαν να είχα απαντήσει χωρίς να πω τίποτα. Ήθελα όμως να πω κάτι.
«Απλά αναρωτιέμαι», είπα. Πέρασε ένα ταξί, μας έκανε νόημα με τα φώτα, για κούρσα έψαχνε.
«Εντάξει λοιπόν, πάμε να κάτσουμε κάπου να σου πως νομίζω ότι είναι», είπε.
«Γιατί, δεν μπορείς να μου πεις στο περπατητό;». Περπατούσαμε προς τη μηχανή του Πάνου.
«Όχι».
Βρήκαμε ένα πεζούλι. Κάτσαμε. Ανάψαμε τσιγάρο. Ένα ο καθένας. Η Αθήνα μύριζε απουσία. Ο Πάνος τράβηξε μια δυο τζούρες από το δικό του, το έσβησε και είπε:
«Όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών ο παππούς μου ο Σήφης ζούσε ακόμα. Είχαμε πάει στο χωριό, δεκαπενταύγουστος ήταν. Το χωριό δεν μου άρεσε ποτέ, είχα συνηθίσει στην Αθήνα. Το σνόμπαρα. Ένα απόγευμα, καθόμουν και διάβαζα, δεν θυμάμαι τι, στην αυλή. Ο παππούς μου ήρθε, αθόρυβα από πίσω μου, μ’ ακούμπησε στον ώμο. “Πάνο, σε τρεις μήνες θα πεθάνω”, είπε. “Τι λες ρε παππού;”, είπα εγώ. “Μη στενοχωριέσαι, απλά θα πεθάνω αγόρι μου. Ήρθε η ώρα μου”. Τον κοίταξα. Το βλέμμα του ήταν σαν να μου είχε πει ότι θα πάει για τσιγάρα. Τόσο ανέκφραστος». Παύση ο Πάνος.
«Kαι;», είπα εγώ.
«Τι και;»
«Πέθανε;»
«Ναι».
«Σε τρεις μήνες;», ρώτησα.
«Όχι. Σε δυο χρόνια. Έπεσε έξω».
«Δεν καταλαβαίνω πού κολλάει αυτή η φάση με τον παππού σου», είπα.
«Αν ήμασταν σε ταινία, ο παππούς μου θα μου έλεγε ότι θα πέθαινε στις τρεις τα ξημερώματα σε τριανταπέντε μέρες από τώρα και θα πέθαινε. Δεν ζούμε σε ταινία όμως. Σωστά;»
«Συνέχισε».
«Το να πεθαίνεις και το να σκέφτεσαι ότι πεθαίνεις δεν έχει και μεγάλη διαφορά, νομίζω. Ο παππούς μου είχε αρχίσει να πεθαίνει πολύ καιρό πριν πεθάνει».
«Δεν μου απάντησες. Εγώ ρώτησα πώς να είναι όταν πεθαίνεις».
«Σκέψου ότι πεθαίνεις και θα καταλάβεις», είπε ο Πάνος.
«Μα δεν γίνεται».
«Γίνεται», είπε.
«Εσύ το έχεις κάνει;», είπα.
«Μια- δυο φορές».
«Ε τότε γιατί δεν μου λες πώς είναι;»
«Γιατί ο δικός μου θάνατος δεν σε αφορά».
Κι’ όμως, με αφορά ρε μαλάκα Πάνο. Με αφορά. Αυτό έπρεπε να πω τότε.
«Σωστό κι’ αυτό», είπα αντί για το «με αφορά ρε μαλάκα Πάνο».
«Μπα, βλακείες λέω», είπε και άναψε κι’ άλλο τσιγάρο.
«Γιατί;»
«Γιατί γι’ αυτά τα πράγματα υπάρχουν οι ειδικοί. Ποιος είμαι εγώ να σου πω το ένα και το άλλο;», είπε ο Πάνος.
«Ειδικοί;», ρώτησα.
«Ε ναι ρε συ. Όπως υπάρχουν οι ειδικοί για τα κρασιά υπάρχουν και οι ειδικοί για το θάνατο».
«Και πώς τους λένε; Θανατολόγους;»
«Νεκρούς», είπε.
«Πάλι καλά που έχουμε κι’ αυτούς», είπα. «Να ξέρουμε και τι μας γίνεται».
«Μην υποτιμάς την αξία των νεκρών ηλίθιε», είπε. «Υπάρχουν χωρίς να επιβαρύνουν κανέναν. Σαν συνταξιούχοι χωρίς σύνταξη».
«Τι υπάρχουν ρε;»
«Παντού τους βλέπεις. Βιβλία, τηλεόραση, μνημόσυνα, τάφοι, αναμνήσεις».
«Καλά περνάνε δηλαδή», είπα.
«Α δεν ξέρω. Δεν ρώτησα κανέναν. Δεν θα ήθελα να είμαι νεκρός πάντως».
«Ούτε κι’ εγώ».
«Ξέρεις ποια πιστεύω ότι είναι η μεγαλύτερη μαλακία που μπορεί να σου συμβεί όταν είσαι νεκρός;», ρώτησε.
«Ποια;»
«Το να μην έχεις πεθάνει».
«Ρεζιλίκι», είπα. Κάτσαμε για ένα δυο λεπτά χωρίς να πούμε τίποτα. Μετά περπατήσαμε μέχρι τη μηχανή του Πάνου. Καβαλώντας την μου είπε: «Σε ενενήντα χρόνια από τώρα θα πεθάνω». Γέλασε. Έπεσε έξω.
Σκέφτομαι πώς θα ήταν αν ο καθένας μας ήξερε το πόσο θα ζήσει. Μάλλον, αν όλοι είχαμε μια ημερομηνία λήξεως. Ημερομηνία καταλήξεως, πιο σωστά.
Ξυπνάμε π.χ όλοι αύριο και έχουμε μια τέτοια ημερομηνία, γραμμένη στον κώλο μας λέει. Το βλέπουμε στις τηλεοράσεις, το γράφουν οι εφημερίδες, μας έρχεται με SMS στα κινητά. Χαμός. Άλλοι να στραμπουλάνε πόδια γιατί δεν έχουν μεγάλο καθρέφτη σπίτι και ανέβηκαν σε καρέκλα για να δούνε τον κώλο τους στον τραπέζι του μπάνιου και έφαγαν τα μούτρα τους. Άλλοι να δείχνουν τον κώλο τους στον πρώτο τυχόντα:
«Συγγνώμη, τι γράφει;».
«2068. Α, τι ωραία σύμπτωση! Μαζί λήγουμε. Η Κατερίνα από δω είναι του ‘76».
«Γεννηθείς;»
«Όχι. Λήγει το 2076».
«Χάρηκα Κατερίνα. Αγησίλαος. Έχω κορίτσια ένα φίλο που έχει λήξει ήδη».
«Τα συλλυπητήρια μου».
«Μπα, δεν πέθανε ακόμα. Του είπαν να μην ανησυχεί και ότι όπου να ‘ναι θα τα τινάξει».
«Έκτακτα! Πάμε για κανέναν καφέ;»
«Γιατί όχι; Προλαβαίνουμε. Δεν προλαβαίνουμε Κατερίνα;»
«Αμέ. Εγώ έχω άλλα εβδομήντα χρόνια μπροστά μου!».
Σε γενέθλια:
«Πολύχρονος!»
«Με δουλεύεις;»
«Γιατί;»
«Κάνεις πώς δεν ξέρεις ρε καριόλη;E;»
«Όχι…εγώ…ορκίζομαι…δεν…»
To «είδα το θάνατό σου» θα γινόταν τίτλος τσόντας και άλλα τέτοια ευχάριστα θα συνέβαιναν. Πολλοί πάντως με το που θα μάθαιναν πότε θα πέθαιναν, θα σταματούσαν να ζουν. Θα περίμεναν απλά. Μουδιασμένοι. Άλλοι πάλι θα έριχναν ένα σάλτο από τον όγδοο. Μερικοί θα έψαχναν να βρουν ποιος τους κότσαρε την ημερομηνία για να λαδώσουν και να εξοικονομήσουν λίγα χρονάκια παραπάνω. Υποψιάζομαι ότι πολλοί θα έβρισκαν, επιτέλους, την υπέρτατη δικαιολογία. Εκεί που π.χ έλεγαν προηγουμένως «α, δεν μπορώ να κάνω το χψ γιατί δεν αισθάνομαι πολύ καλά ψυχολογικά» θα έλεγαν «α, δεν μπορώ να κάνω το χψ γιατί θα πεθάνω σε σαράντα χρόνια». Δεν χρειάζεται βέβαια να αναφέρω τι θα συνέβαινε στους γιατρούς, τα βιολογικά προϊόντα, τις δίαιτες μακροζωίας, τους χορτοφάγους και τους στρατούς. Πεθαίνω με το που το σκέφτομαι.
Ο κώλος πάντως της Μαρίας έγραφε. Σκέτο. Δεν ήταν η πιο ωραία εκεί μέσα, γιατί ήταν εκεί και η άλλη δίδυμη, η Μάρθα. Της έκανε χαλάστρα. Αν δεν ήταν η αδερφή της θα ήταν η πιο ωραία μέσα στο γιοτ. Ακούγαμε, όπως σας είπα, Barry White. Χωρίς να το πολυκαταλάβω, είχαμε βρεθεί να χορεύουμε, όπως χορεύεις όταν σε γουστάρει μια γκόμενα και τη γουστάρεις κι’ εσύ. Επειδή όμως είμαι άνθρωπος, και επειδή ο άνθρωπος είναι ον ανικανοποίητο, δεν μου έφτανε που ήξερα ότι θα πήδαγα μια από τις πιο ωραίες γκόμενες που έχω, όχι πηδήξει, αλλά μιλήσει στη ζωή μου. Όχι, δεν μου έφτανε. Ήθελα να ξέρω ότι θα μου καθόταν για μένα και όχι γιατί αυτό αποτελεί μέρος των υποχρεώσεών της στην N.J.
«Δεν ήταν πάντως σωστό αυτό που έκανες», είπα.
«Ποιο γλυκούλη;»
«Είπες ότι θα μου κάτσεις όταν φτάσουμε στη Νήσο Ψ γιατί εσείς στην N.J βοηθάτε τους συνανθρώπους σας».
«Και τι σε πείραξε ακριβώς;», απάντησε.
«Μου κάνεις τη χαζή;», είπα. Της έκανα τεράστιο κοπλιμέντο μ’ αυτή μου την ερώτηση.
Εκείνη έδειξε να θυμώνει. Σούφρωσε τα χείλη της, τα φρύδια της, και είχα και την εντύπωση ότι μίκρυνε και το στήθος της. Αλήθεια το λέω. Τώρα που το ξανασκέφτομαι βέβαια, δεν είχε μικρύνει το στήθος της, απλά αυτή έκανε λίγο πιο πίσω.
«Αργύρη, άκου. Το ότι θα πηδηχτούμε θα είναι το λιγότερο που θα κάνουμε στη Νήσο Ψ», είπε. Μου ήρθαν στο μυαλό όργια. Μετά μου έφυγαν γιατί θυμήθηκα την Εύα. «Είναι τιμή σου που έρχεσαι μαζί μας. Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, αλλά θα δεις». Τιμή μου λέει; Δεν έβλεπε που είχα σηκώσει σημαία από την υπερηφάνεια; Είχε να μου έρθει τόσο στενό ένα παντελόνι από το λύκειο που το έπαιζα, και καλά, μέταλλο.
«Εντάξει, εντάξει. Μην αρπάζεσαι», είπα.
Δεν είπαμε άλλα. Χορέψαμε για ένα δυο λεπτά ακόμα. Ο ήλιος είχε βγει από την ανατολή, ως όφειλε, κι’ εγώ συνέχιζα να λικνίζομαι, δευτερευόντως, και να την πασπατεύω, πρωτευόντως. Το μαλλιά της μύριζαν ακόμα καρύδα. Το γιοτ ήταν ακόμα ροζ, ο dj το γύρισε από Barry White σε Marvin Gaye και με άφησε λέγοντάς μου: «Κοίτα να γνωρίσεις κι’ άλλο κόσμο εδώ γύρω. Θα σου κάνει καλό». Την είδα να κατευθύνεται προς τον τύπο που είχα ανακοινώσει πιο πριν τα του διαγωνισμού.
Άρχισαν να χορεύουν. Χόρευε όπως μ’ εμένα, μόνο που δεν ήμουν εγώ αυτός ο τύπος. Πήρα τη μυρωδιά καρύδα από το χέρι και κατευθυνθήκαμε προς το μπουφεμπάρ. Εκεί που ήταν ο μπούφος ο Andrew. Άλλοι κάνουν τον κινέζο, αυτός έκανε τον Άγγλο. Ηλίθιοι. Δεν θα πάρετε μουντιάλ ποτέ.
«Haig sir?», ρώτησε ο Andrew.
«Δεν κόβεις τα αγγλικά λέω εγώ;»
«Eνοχλείστε;»
«Ναι, ενοχλούμαστε», απάντησα με τον πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας στον πληθυντικό της ευγενείας.
«Γιατί δεν προσπαθείτε να μιλήσετε κι’ εσείς Αγγλικά; Μπορεί να σας αρέσουν», είπε ενώ έβαζε τον έναν πάγο στο ποτήρι. Ωραίος. Θυμόταν το ποτό μου.
«Δεν μιλάω Αγγλικά γιατί μου θυμίζουν τη μάνα μου», είπα εγώ.
«Αγγλίδα;»
«Ναι, από το Σάνσουισκπορτ».
«Δεν το έχω ακουστά».
«Είναι είκοσι χιλιόμετρα έξω από το Μπέρδενμπουθ».
Ο Andrew έμοιαζε πανικόβλητος. Εντάξει, να μην ξέρει μία πόλη, αλλά δύο; Αυτό πήγαινε πολύ.
«Έχεις πάει στην Αγγλία;», του έδωσα εγώ τη χαριστική βολή, ρουφώντας λίγο χέιγκ.
«Είμαι εκεί από τα δεκαοχτώ μου κύριε».
«Δεν πέρασες πανελλήνιες ε;», πέταξα εγώ τη δεύτερη χαριστική βολή.
«Όχι κύριε. Πέρασα. Αλλά προτίμησα να σπουδάσω στην Οξφόρδη», είπε ο Andrew. Εκεί ψάρωσα λίγο. Οξφόρδη είν’ αυτή. Εδώ εγώ το λόουερ του Κέιμπριτζ πήρα και η μάνα μου καμάρωνε πέντε μήνες. Προτίμησα ν΄ αλλάξω κουβέντα.
«Μου είπε η Εύα τι κάνεις στην N.J. Ενδιαφέρον», είπα.
«Το πιο ενδιαφέρον είναι οι ιστορίες που ακούς από αυτούς που πίνουν», είπε. «Έχω μάθει πράγματα από πιωμένους που δεν θα τα μάθαινα και να έμενα είκοσι χρόνια στην Οξφόρδη. Sir», είπε ο Andrew. Κοίτα να δεις που ο Andrew δεν ήταν ο κλασσικός στόκος που περίμενα να είναι.
«Για πες μου μία», είπα. Αυτός με κοίταξε διερευνητικά, σαν να ήθελε να δει αν το εννοώ ή του κάνω πλάκα. Τον κοίταξα κι’ εγώ. Όχι πολύ διερευνητικά γιατί δεν ήθελα να φάω και ξύλο από τον στενότατο φίλο του, με εννοείτε. Είμαι διακριτικός εγώ, μέχρι να μου δώσεις αέρα.
«Θυμάμαι κάποιον που έπινε μόνος του στο Σκουφάκι», είπε o Αndrew. «Το ξέρεις το Σκουφάκι, ε;».
Ωραία ιστορία, σκέφτηκα. Ταυτίζομαι. Θα μπορούσα να είμαι κι’ εγώ αυτός ο τύπος που έπινε στο Σκουφάκι. Ναι το ήξερα το Σκουφάκι.
«Έπινε μπίρες, πολλές. Όταν του έπιασα κουβέντα είχε ήδη πιει οχτώ. Δεν ήταν μεθυσμένος, είχε όμως ζαλιστεί αρκετά», είπε ο Andrew.
O Andrew έβαλε και για τον εαυτό του ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Συνέχισε να μιλάει όσο το ανακάτευε. «Ο Σωτήρης, έτσι τον λένε, μου είπε το λόγο που πίνει δώδεκα μπίρες μόνος του μια φορά το μήνα. Είχε κάποτε βάλει στοίχημα με έναν φίλο του για το ποιος θα πιει τις περισσότερες μπίρες χωρίς να μεθύσει. Αυτός που έχανε θα τις πλήρωνε όλες. Ο Σωτήρης έχασε».
«Και τον πείραξε τόσο πολύ;», είπα.
«Όχι, δεν τον πείραξε που έχασε. Με το που είχε φτάσει στις δέκα μπίρες είδε να περνάει έξω από το μπαράκι που έπιναν μια γυναίκα. Πολύ όμορφη. Ο Σωτήρης πήγε και της μίλησε αμέσως. Δεν δίστασε καθόλου γιατί είχε πιει κιόλας. Αυτή τη γυναίκα την παντρεύτηκε. Μετά από ένα χρόνο γάμου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό. Γι’ αυτό πίνει».
«Σοβαρά μιλάς τώρα;», είπα.
«Σίγουρα. Όσο υπάρχει και το Σάνσουισκπορτ και η μάνα σου είναι Αγγλίδα». Ευφυέστατος ο Andrew. Έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι η ιστορία του ήταν υπερβολικά κλισέ για να την ακούσεις από έναν απόφοιτο της Οξφόρδης.
«Εσύ γιατί πίνεις;», με ρώτησε.
«Δεν έχω κάποιο ιδιαίτερο λόγο», απάντησα. «Απλά μου αρέσει».
«Έχεις αλλά δεν τον ξέρεις ακόμα», μου είπε.
«Μαλακίες. Αυτά είναι ψυχαναλύσεις του κώλου», είπα.
«Διαφωνώ», είπε ο Andrew.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας θόρυβος. Οι μηχανές του γιοτ ήταν.
«Φεύγουμε», είπε ο Andrew. «Ξεκινάμε». Φαινόταν ιδιαίτερα χαρούμενος. Ωραίος τύπος είναι τελικά, σκέφτηκα. Θυμήθηκα πόσες φορές είχα παρεξηγήσει ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή είχα ασχοληθεί ελάχιστα μαζί τους. Έχω έναν ιδιαίτερο λόγο γι’ αυτό: δεν θέλω να ασχοληθούν κι’ αυτοί περισσότερο μ’ εμένα.
Παλιά. Εγώ και Γιώτα. Εγώ μαζί με Γιώτα. Οι δυο μας, μαζί:
«Σε γουστάρω».
«Εγώ πιο πολύ μωρό μου».
«Όχι. Εγώ πιο πολύ».
«ΕΓΩ πιο πολύ».
«ΠΑΨΕ. Εγώ πιο πολύ».
«Αν με γουστάρεις πράγματι πιο πολύ απ’ ότι εγώ, που σε γουστάρω πάρα πολύ, παραδέξου ότι ΕΓΩ σε γουστάρω πιο πολύ».
«Να παραδεχτώ ότι με γουστάρεις πιο πολύ απ’ ότι εγώ για ν’ αποδείξω ότι σε γουστάρω πιο πολύ απ’ ότι εσύ;»
«Ναι».
«Εντάξει Γιωτούλα, το παραδέχομαι».
«Ωραία. Τώρα είμαστε δυο άνθρωποι που ο ένας γουστάρει πιο πολύ τον άλλον απ’ ότι ο άλλος τον έναν».
«Μια χαρά μας βρίσκω. Έχεις άλλο μαύρο;».
«Όχι ρε Αργύρη. Το ήπιαμε όλο».
Περνούσαμε ωραία με τη Γιώτα. Ειδικά στην αρχή. Η αρχή ήταν μέχρι και πριν φύγει. Με τη Γιώτα είχαμε μια σχέση με αρχή και τέλος. Η μέση έλειπε. Τελείως όμως. Εκεί έχω καταλήξει.
Είχαμε γνωριστεί με τη Γιώτα όπως στις ελληνικές ταινίες. Σε πάρτι. Όταν λέω ελληνικές καταλαβαίνετε ποιες εννοώ. Ναι, αυτές.
Είχαμε πάει στο πάρτι με τον Πάνο και τον Τάσο, έναν δεύτερο ξάδερφο του Πάνου από τη Λάρισα. Μια χαρά παιδί ο Τάσος αλλά είχε ένα σημαντικό πρόβλημα. Ήθελε να πηδήξει. Όχι ότι αυτό ήταν κακό από μόνο του. Καθόλου. Το κακό ήταν ότι δεν πήδαγε. Κι’ εγώ δεν πηδάω συχνά. Το παραδέχομαι. Ο Τάσος όμως δεν πήδαγε καθόλου. Ο Πάνος έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει. Ο Τάσος δεν γούσταρε καμία απ’ όσες του γνώρισε. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι ο Τάσος ήταν και εκλεκτικός. Ήταν δηλαδή ένας εκλεκτικός αγάμητος που ήθελε να πηδήξει.
Σαν να πεθαίνεις της πείνας και να λες «Όχι ρε, εγώ δεν τρώω κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο. Θέλω ραγού με σος δεντρολίβανο και σκοτσέζικο σολομό». Ε, κάτσε και περίμενε το ραγού. Το κοτόπουλο θα το φάει κάποιος άλλος, μην ανησυχείς.
Το πάρτι ήταν μασκέ. Για μασκαράδες. Μια χαρά ταιριάζαμε. Δεν είχαμε ντυθεί τίποτα. Γινόταν στου Ζωγράφου. Το έκανε ένας φίλος γνωστού, τρέχα γύρευε τώρα. Απλά χτυπήσαμε, μας άνοιξαν και μπήκαμε. Ψέματα, ένας μας άνοιξε. Μια νοσοκόμα. Ντυμένη νοσοκόμα δηλαδή. Το ωραίο είναι ότι ήταν και νοσοκόμα στ’ αλήθεια. Μου το είπε αργότερα, όταν τη ρώτησα από πού νοίκιασε τη στολή. Αυτό είχα βρει να της πω, αυτό της είπα. Ήθελα να της πιάσω κουβέντα. Και τον κώλο. Το πρώτο το κατάφερα. Για πέντε λεπτά.
Η Γιώτα ήταν ντυμένη τσιγγάνα και μίλαγε θυμάμαι με έναν μαλλιά με κολλητό τζιν και μπλουζάκι “Megadeth” και με την Ειρήνη, τη γκέισα, την οποία και είχε δει ο Πάνος και γι’ αυτό είχαμε πάει να τους μιλήσουμε. Ο Τάσος, απλά, μας ακολούθησε και, παραδόξως, άνοιξε πρώτος την κουβέντα. Θα περίμενε κανείς να μιλήσει σε μια από τις γυναίκες τις παρέας, δεδομένων και των ορμών του, αλλά αυτός προτίμησε το μπλουζάκι “Megadeth”.
«Ωραία στολή», του είπε.
«Δεν έχω ντυθεί τίποτα», απάντησε ο χεβιμεταλλάς.
«Ούτε εμείς», είπε ο Πάνος. «Πάνος, Αργύρης και Τάσος».
Ομολογώ ότι η Γιώτα δεν μου άρεσε αμέσως. Πέρασαν γύρω στα δυο λεπτά μέχρι να αρχίσει να μου αρέσει. Τι ακριβώς μου άρεσε δεν ξέρω. Δεν ήταν αυτό που λες εντυπωσιακή. Μικροκαμωμένη, με οτιδήποτε αυτό συνεπάγεται.
Φυσικά, το γεγονός ότι μου έκατσε, ήταν περισσότερο θέμα τύχης και οπωσδήποτε δικής της πρωτοβουλίας.
Η ώρα θυμάμαι είχε πάει 5. Η κουβέντα στην παρέα είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Ο Πάνος την είχε πέσει σαφέστατα στην Ειρήνη με αρκούντως ενθαρρυντικά αποτελέσματα, ενώ εγώ και ο Τάσος δεν την είχαμε πέσει σε Γιώτα και χεβιμεταλλά αντίστοιχα.
Η ομήγυρης αποτελούνταν πλέον από κάτι κουρασμένα από το ψάξιμο πρόθυμης γυναικείας οπής παλικάρια -από τη μία- και από κάτι σουβλακοαναθρεμένες αναρχοκομουνίστριες του μπλοκ «Αξύριστη Μασχάλη»- από την άλλη.
Με λίγα λόγια, είχαμε βαρεθεί. Ο Πάνος πετάει το «πάμε ρε στην ταράτσα;». «Γιατί;» «Έχω το προαίσθημα ότι θα περνάμε καλύτερα εκεί πάνω». Δεν θέλαμε και πολύ. Ανεβήκαμε. Πάνος, Αργύρης, Τάσος, Γιώτα, Ειρήνη, χεβιμεταλλάς. Tρεις ταράτσες πιο πέρα, ένα ζευγάρι συνεισέφερε στη διαιώνιση του Homo Taratsatus.
«Πάω στοίχημα ότι είσαι καλύτερος», μου είπε η Γιώτα.
«Από ποιον;», απάντησα.
«Από αυτόν εκεί», είπε και έδειξε τον ταρατσολάβερ.
«Ε, δεν τα πάει κι’ άσχημα», είπα εγώ. Αντρική αλληλεγγύη, βλέπεις.
«Χάζεψε ο κόσμος. Ό,τι να ναι γίνεται», μουρμούρισε ο συντηρητικός χεβιμεταλλάς ονόματι Βαγγέλης.
«Σωστός», αντιμουρμούρισε ο Τάσος.
Εν τω μεταξύ ο Πάνος είχε αρχίσει το χοντρό χαμούρεμα με την Ειρήνη, βοηθούντος και του ερεθίσματος από την παραδίπλα ταράτσα. Απομακρύνθηκαν. Η Γιώτα μου έκανε νόημα να πάμε λίγο παραπέρα κι’ εμείς. Πήγαμε. Ο Τάσος και Βαγγέλης άρχισαν να λένε διάφορα μεταξύ τους. Πρόλαβα να πιάσω μόνο ένα «τι περιμένεις από βολεμένους μικροαστούς που βλέπουν όλη τη μέρα τηλεόραση» του Βαγγέλη.
Κάπως έτσι έγινε η αρχή της φάσης με τη Γιώτα.
Στην επιστροφή, βάλαμε στο αυτοκίνητο του πατέρα του Πάνου Cohen και φάγαμε σουβλάκια από το βρώμικο στη Μαβίλη. Οι Γιώτα και Ειρήνη ήρθαν μαζί μας. Οι Τάσος και Βαγγέλης είχαν πάει κάπου αλλού. Δεν ξέραμε που. Ένα μήνυμα μόνο έστειλε ο Τάσος στον Πάνο για να μην ανησυχεί. Δεν ζητήσαμε ποτέ περισσότερες εξηγήσεις.
Εγώ και Γιώτα. Παλιά. Μαζί:
«Αν παντρευτώ ποτέ δεν θα φορέσω βέρα».
«Ε σιγά. Εκεί κολλάς;»
«Ναι, εκεί κολλάω».
«Εντάξει, φόρα ένα καπέλο τότε».
«Καπέλο;»
«Ναι, καπέλο».
«Ό,τι νά ‘ναι καπέλο;»
«Χμμμ… τι θα έλεγες για ένα ημίψηλο;»
«Και η νύφη το ίδιο;».
«Φυσικά».
«Οι βέρες χάνονται συνέχεια. Το καπέλο το χάνεις πιο δύσκολα. Να ένα πλεονέκτημα».
«Και βγαίνει και πιο εύκολα αν θες να πλύνεις τα πιάτα».
«Όλα τα λεφτά το γαμήλιο καπέλο».
«Βγάζεις και λαγουδάκι από μέσα».
«Ε, το ξεφτίλισες. Τι λαγουδάκι…».
«Λαγουδάκι. Όλα τα ζευγάρια τι νομίζεις ότι κάνουν;»
«Τι;»
«Βγάζουν λαγουδάκια από ανύπαρκτα καπέλα. Ταχυδακτυλουργία είναι οι σχέσεις κούκλε. Τι νόμιζες. Βγάζεις το λαγουδάκι, συνεχίζεις. Δεν βγάζεις το λαγουδάκι, χωρίζεις. Απέτυχες. Εκτός κι’ αν βλέπεις λαγουδάκια εκεί που δεν υπάρχουν…».
Δυο μήνες αφότου χωρίσαμε και αφού είχα κόψει και τα ηλίθια τηλεφωνήματα η Γιώτα μου έστειλε ένα μέιλ. Έγραφε μόνο: «Δεν φταις εσύ. Απλά δεν μου έβγαινε το λαγουδάκι».
Γυναίκες.
Είχαμε πλέον απομακρυνθεί αρκετά από το Λαύριο. Δεν μπορούσα να καταλάβω προς τα πού πηγαίναμε. Είχε θάλασσα πάντως. Είχα σταματήσει την κουβέντα με τον Andrew. Συμπαθής, εντάξει, αλλά είχαμε πει ήδη περισσότερα απ’ ότι θα περιμέναμε και οι δύο. Οπότε, απλά, έπινα. Εκεί που απλά έπινα ήρθε και με βρήκε ο Ηλίας που δεν έπινε απλά αλλά φαινόταν ότι προσπαθούσε να αυτοκτονήσει με βότκα λεμόνι. Μου μίλησε με εμφανή δυσκολία:
«Και τι θα το κάνω το περίπτερο;»
«Τι να το κάνεις;»
«Σε μια ώρα θα έπρεπε κανονικά να είμαι εκεί ρε».
«Δεν ειδοποίησες τον Γιάννη;». Ο Γιάννης είναι ο συνέταιρός του.
«Έχασα το κινητό μου», είπε ο Ηλίας. Λογικό. Στην κατάστασή του θα μπορούσε να χάσει και έναν ελέφαντα σε γκαρσονιέρα. Ελέφαντααα, που είσαι; Μα πού πήγε γαμώτο ο ελέφαντας, εδώ τον είχα βάλει. Στο μπάνιο έψαξες; Έψαξα. Μα τι κακό είναι αυτό μ’ εσένα να χάνεις συνέχεια τους ελέφαντές σου.
«Πάρε από το δικό μου», είπα.
«Δεν θυμάμαι το νούμερο».
«Δεν θυμάσαι ούτε το τηλέφωνο του περιπτέρου;»
«Όχι».
«Πάρε τη μάνα σου να στο δώσει», βρήκα εγώ τη λύση.
«Ωραία. Φέρε μου το κινητό σου».
Του το έδωσα και τον είδα να προσπαθεί να πατήσει τα σωστά κουμπιά όσο τρέκλιζε προς κάπου. Φοβήθηκα ότι θα το έχανε και το δικό μου. Μετά σκέφτηκα ότι έπρεπε να ειδοποιήσω κι’ εγώ κάποιους για την απουσία μου. Μετά σκέφτηκα ότι δεν ήξερα πόσο θα λείψουμε. Αμέσως μετά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου γιατί ήρθε και με βρήκε η δεύτερη εκ των M&M, η Μάρθα.
«Πώς περνάς;», ρώτησε.
«Μια χαρά», της είπα. «Είναι μακριά η Νήσος Ψ;».
«Θα είμαστε εκεί σε οχτώ ώρες περίπου. Δεν έχω ξαναπάει κι’ εγώ».
Αυτό μου φάνηκε λίγο περίεργο. Περίεργο επίσης μου φάνηκε και ένα πίρσιν με τα γράμμα «Κ» στο δεξί της φρύδι.
«Γιατί κάπα;», τη ρώτησα.
«Από το Κώστας», απάντησε.
«Γκόμενός σου;»
«Ήταν. Με παράτησε».
«Και γιατί φοράς το κάπα τότε;».
«Επειδή με παράτησε».
Έκανα ότι κατάλαβα χωρίς να έχω καταλάβει απολύτως. Σας είπα ότι έχω τεράστιο ταλέντο στο να κάνω ότι καταλαβαίνω χωρίς να καταλαβαίνω. Με πίστεψε.
«Η αδερφή μου σε γουστάρει», μου είπε.
«Εντάξει, και μένα μου αρέσει», απάντησα.
«Όχι, σε γουστάρει στ’ αλήθεια. Την ξέρω τη Μαρία πώς είναι όταν γουστάρει στ’ αλήθεια κάποιον».
«Ευχαριστώ για την πληροφορία. Τι, φοβάσαι μήπως την πληγώσω και καλά;», απάντησα και γέλασα ελαφρώς. «Είμαι εντελώς ακίνδυνος, μην ανησυχείς».
«Αυτή όμως δεν είναι», μου είπε και με κοίταξε λίγο πιο έντονα από πριν.
«Εντάξει, θα προσέχω», είπα.
«Ναι», είπε κι’ έφυγε προς την κατεύθυνση που είχε τρεκλίσει πιο πριν ο Ηλίας.
Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Είχαν συμβεί τόσα πολλά σε τόση λίγη ώρα που δεν ήξερα τι να πρωτοσκεφτώ. Προτίμησα να σκεφτώ μια κορομηλιά που ανεβαίναμε μικροί. Για να κόψουμε κορόμηλα. Όποιος έκοβε τα περισσότερα ήταν και ο πιο μάγκας. Είδα ότι είχε σκαρφαλώσει πάνω της ένα λαγουδάκι και έτρωγε τα κορόμηλά μου.
Γιώτα, νάτο το λαγουδάκι σου. Το βρήκα. Πες του να σταματήσει να μου τρώει τα κορόμηλα.
Χαλάκι.
η δεύτερη χαριστική βολή ήταν τέλεια
Όταν το τελειώσεις και βγει βιβλίο, θα έρθω στην παρουσίαση για αφιέρωση.
Όταν όμως γίνει ταινία, θέλω πρόσκληση για την πρεμιέρα.
Όλα κι όλα.
Έγραφε μόνο: «Δεν φταις εσύ. Απλά δεν μου έβγαινε το λαγουδάκι»….
Conn-x της εβγαινε μαλλον και αυτηνης
Νομίζω πως όλον τον “Αργύρη” τον έγραψες γι αυτήν την συζήτηση με τον Πάνο.
Δηλαδή τί νομίζω, το ξέρω.
Να είσαι καλά ρε φιλαράκο Πασκάλ